Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

σάμερταιμ ιν μπιτουίν

Τον τελευταίο καιρό η ασίγαστη δίψα μου για καύσωνα και Επιστροφή πλέκει ένα φοβερό χαλί γεμάτο άπς εν νταουνς.


Αγόρασα γυαλιά ηλίου και την τελευταία βδομάδα ξετρελάθηκα με τον ήλιο που μπαινε επιτέλους θρασύς απ τα παράθυρα του τραμ. Διάβαζα το τρίτο και τελευταίο βιβλίο του Τζούμα, σαφώς επιφυλακτικότερη τώρα γιατί τούτο με βρήκε σε φάση γουάναμπι γιάπι. Χτύπησε φλέβα λοιπόν το βιβλίο, περάσαμε παρέα μια έντονη βδομάδα, να του τσακίζω τις γωνίες εδώ κι εκεί για να επιστρέψω και να ξανα απορήσω με την ξετσιπωσιά του.


Γιατί ο κύριος Τζούμας είναι βαθύτα ρηχός, δεν προφασίζεται. Είναι εξοργιστικά ρηχός: το ωραίον στυλ, οι ωραίες λέξεις, οι ωραίες γυναίκες και η ουσία που μένει εκεί, στην αισθητική. Αλλά είναι ειλικρινής και απρόσμενα εύστοχος όταν λέει παρακάτω (στα πενήντα ίσως;) πως η αισθητική του έγινε αργότερα η ηθική του. Κι επειδή το τελείωσα, και ξεκίνησα το Τζάνκι του Μπάροουζ, έκανα ένα φοβερό τουρνέ απ’ τους Μπήτνικς στον ηδονισμό, κι από εκεί στον Επίκουρο


Άφοβον ο θεός,
ανύποπτον ο θάνατος•
και ταγαθόν μεν εύκτητον,
το δε δεινόν ευκαρτέρητον. 
Φιλόδημος, Προς σοφιστάς, IV 10-14

καταλήγοντας πάλι στην αισθητική, στην απλότητα της λογικής που λέει οτι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να ξεχωρίσεις το καλό απ’ το κακό είναι πως το ένα προκαλεί ευχαρίστηση, ηδονή, και το άλλο πόνο. Και πως αν ο πόνος υπό συνθήκες μπορεί να προκαλέσει ευχαρίστηση τότε είναι και πάλι ηδονή.


Όλα αυτά δεν είναι απλώς λέξεις στη σειρά, είναι η ικανοποίηση μου που διαβάζοντας ένα βιβλίο αυτή την βδομάδα είχα μια μικρή παράλληλη ζωή. Με έβαλε στο λούκι να διαφωνώ μαζί του, να κάνω διάλογο, και τέλος τέλος να αναθεωρώ μ’ενα τριπ πολύ ψυχαναλυτικό, σκεφτόμενη γιατί και πως μπορεί να μου προκαλλεί τέτοιο εκνευρισμό και τέτοια σύγχηση αυτή η απουσία δέσμευσης, ακόμα και προς την ίδια την απουσία δέσμευσης.


Εν πάση περιπτώσει, μου προτάθηκε ένας εναλακτικός τρόπος για να ζεί κανείς, αυτό το ίδιο το Ζειν Ηδεώς που συνάντησα στον Επίκουρο, τουτέστιν συνέβει ένα κλικ.


Να περάσω τις τρεις βδομάδες διακοπές μου όπως θέλω, με γύμνια και ζέστη επιτέλους, να πλέω σ’αυτό το μιξάζ φρεντοτσίνο κι αγάπης λαβ-λαβ.


Δε ξέρω για σένα αλλά εγώ δεν κάνω όνειρα πολλά, τα όνειρα μου το παμε, έχουν μια πρακτικότητα, σαν το πριονοτό μαχαίρι για το ψωμί. Κι έτσι όταν που και που τυχαίνει να ταιριάξει η μέρα μου με κάτι που είδα ή που διάβασα αισθάνομαι μια συμπαντική πληρότητα, κλικ









Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

μό-μεντ


Αυτή η στιγμή θα χει περάσει μέχρι να τελειώσει η πρόταση, οπότε μάλλον θα πρεπε να χα γράψει μια πρόταση πιο μεγάλη. Έχει έναν ήλιο επιτέλους ζεστό, και καταλαβαίνω γιατί είναι το κέντρο τόσων θρησκειών ανά τους αιώνες- προσηλυτίστηκα. 

(Καλά, με φαντάζομαι στα πενήντα μου να τρέχω την Καθαρή δευτέρα στην ορθόδοξη ενορία του Λάιντεν με σπιτική λαγάνα σα τη νονά μου την Άρτεμη στο Αμέρικα. Quel horreur.)

Νομίζω επίσης ότι ο ορισμός του απαισιόδοξου ανθρώπου είναι πως απασχολεί το μυαλό του με ανύπαρκτα προβλήματα μέχρι να καταφέρει να τα αντικαταστήσει με πραγματικά. Και με ανησυχία διαπιστώνω ότι δε θα διέφερε και πολύ από έναν ορισμό της ενηλικίωσης!
Αν δε οι γαμημένες Ολλανδικές διαφημίσεις του γιουτούμπ σταματούσαν να παρεμβάλλονται ανάμεσα στις μουσικές μου επιλογές όλα θα ρέαν πιο ομαλά. Τι μπαναλιτέ, τί αισχρό μέσο για να απολαμβάνει κανείς μουσική. Μόνο τα ζουζούνια αξίζουν να παίζονται εκεί. Αλλά ενδίδω.
Έτσι ‘μαι γω, περιπετειώδης.


Αυτή τη στιγμή, κυρίως ακούω μουσική. Μου γεννήθηκε λοιπόν μια φοβερή, ακατέργαστη, αιχμηρή και ενστικτώδης επιθυμία ν’ακουσω το σ’αγαπώ γιατ’είσ’ωραία από τον Νταλάρα. Ναι, έτσι όπως το λέω. Και ενθυμήθην τον φίλο μου-κομήτη Η. από τον πλανήτη ρεντ, και μια μπύρα που είχαμε πιεί καπου σ’ενα πάρκο, καθισμένοι έτσι θρασείς σ’ενα παγκάκι. Το φοβερό είναι ότι αμέσως μετά είδαμε το τελευταίο τανγκό στο παρίσι σε θερινό σινεμά, και μετά οδηγήσαμε με ανοιχτά παράθυρα και Ζακ Μπρέλ- κι όμως θυμάμαι πιο έντονα το παγκάκι.
Και μετά άλλαξε το τραγούδι και ξαφνικά πετούσα χαρταετό με τον μπαμπά μου,
και μετά ξυπνούσα στην Ικαρία ιδρωμένη απ’τον Αύγουστο στη σκηνή μας.

Φοβερό;

Σε πραγματικό χρόνο είμαι κουκουλωμένη με το φλόυο πράσσινο πάπλωμα μας στον βυσσινί καναπέ μας, και κοιτάω το φυτό μας τη Σούζη, που φοράει ένα χρυσό καπέλο. 





Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Λόλα να μία μούντζα


Τελικά με την κα Διβάνη έχω θέμα. Δεν την έφτασε η ανήκουστη φιλαυτία της, ο πομπώδης τρόπος με τον οποίο διακυρήττει το συγγραφικό της τάλαντο, και πάνω απ' όλα η πρωτοφανής έλλειψη αίσθησης ειρμού, σύνταξης και λογοτεχνικής ροής στα γραπτά της, αλλά βουαλά, με αποτελείωσε από την Άθενς Βόις:


 Το σπίτι αυτό με ανάγκασε να το ερωτευτώ κι ας είναι στο Μαρούσι (εμένα που μισούσα ανέκαθεν τα προάστια, βόρεια και νότια εξ αδιαιρέτως). Με ανάγκασε να το αγοράσω (κι ας ήμουν εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας). Με ανάγκασε να ζήσω εντός του δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια (κι ας άλλαζα μέχρι τότε σπίτι κάθε ενάμιση χρόνο. Στεριωμό δεν είχα!). Έχει φως, έχει αέρα, έχει θέα από ψηλά, έχει πουλιά που σε ξυπνάνε στις έξι η ώρα το πρωί στο διπλανό κήπο της κυρίας Πολυξένης. Είναι μια μικρογραφία του κόσμου, όπως τον ονειρευόμουνα από παιδί. Τα βιβλία σέρνονται παντού: στις βιβλιοθήκες, στα πατώματα, στο γραφείο, στις πολυθρόνες, δίπλα και κάτω από το κρεβάτι, στην τουαλέτα. Κάνουν στενή παρέα με τα ακόμα άγραφτα βιβλία που σέρνονται στο μυαλό μου. Το επίπλωσα όπως θα επίπλωνα τον εαυτό μου, αν ήταν ακίνητο: έριξα παντού πολύ χρώμα, για να θυμάται η ζωή μου να μένει πολύχρωμη. Η κρεβατοκάμαρα είναι πράσινη της χλόης με κόκκινες παπαρούνες, το χολ γαλαζοπράσινο του άκουα μαρίν, το γραφείο ροδί του ροδιού. Ένας φίλος μου το χαρακτήρισε παιδικό σταθμό για γιγάντια μωρά – αλλά γιγάντια μωρά δεν είμαστε κατά βάθος όλοι;


 Όλα τα έπιπλά του μου θυμίζουν κάτι, είναι, ας πούμε, το μέρος αντί του όλου: ένα φίλο που ήθελε να αράζει σε μια συγκεκριμένη βελούδινη πολυθρόνα, ένα πάρτι γενεθλίων που σακάτεψε το τραπεζάκι, μια παραμονή Πρωτοχρονιάς με ανταλλαγή δώρων, τα ταξίδια μου σ’ όλες τις γωνιές της Γης με την ορειβατική ομάδα. Δεν φαίνονται στη φωτογραφία, αλλά τα λαμπάκια των Χριστουγέννων δεν σβήνουν ποτέ στα δωμάτιά του (παράταση των εορτασμών, ξέρετε τώρα…). Όταν φεύγω δεν κλείνω τα φώτα και να με συγχωρέσουν οι οικολόγοι. Νομίζω ότι το σπίτι έχει τη δική του ζωή και δεν μπορώ να το ανάβω και να το σβήνω κατά βούληση. Δεν είναι ευγενικό, πώς να το κάνουμε; 

Στον πάγκο της κουζίνας, στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας, σε όλο το σπίτι, ακόμα και δίπλα στο τζάκι, φυτρώνουν λουλούδια – όχι κομμένα, πεθαμένα, ολοζώντανα λουλούδια με τις γλάστρες τους. Το γιασεμί στη βεράντα είναι ο προσωπικός μου αγγελιοφόρος της άνοιξης: μόλις σκάσει ένα καινούργιο χλωρό φυλλαράκι, ξέρω ότι ήρθε για να μείνει. Το καλύτερο; Όταν φεύγω το αφήνω πάντα με τις πόρτες ορθάνοιχτες. Δεν φοβάμαι τις διαρρήξεις. Κλεφτρόνια, σας προκαλώ! Αν μπουκάρετε, απλώς θα χάσετε το χρόνο σας. Δεν υπάρχουν κοσμήματα, δεν υπάρχουν συλλεκτικά κομμάτια, δεν υπάρχουν πορσελάνες λιμόζ. Κανένας δεν μπορεί να κλέψει τίποτα από αυτό το σπίτι, παρά μόνο τις αναμνήσεις μου. Το χειρότερο; Δεν ξέρω ακόμα πού θα βρω το μάστορα να μου το βάλει σε καρούλια, ώστε να το σύρω σιγά-σιγά προς το κέντρο της Αθήνας όπου τραβάει ο οργανισμός μου να ζήσω.

Άσε μας κουκλίτσα μου!!




 Κατά τα λοιπά είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω οτι η καριέρα μου στα Μπέργκερ Κινγκ έληξε (ένδοξα βεβαίως βεβαίως) και αναπνέουμε αλαφρότε- ρα.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Τιτλος 3


Ετουτη θα ειναι μια εξαιρετικα ασυναρτητη αναρτηση.
Φαινεται πρεπει να εχω πιει δυο μπουκάλια κρασί και να ειμαι σε συναισθηματικη κατασταση «θέλω να με πατησει τραμ τωρα». Ή ο,τι άλλο παταει ανθρωπους στην ευρώπη. Γαμώ την ιστορία που επαναλαμβάνεται γαμώ.
Καιρό είχα να αισθανθώ έτσι. Σαν η μοναδική διέξοδος να είναι οι λέξεις.
Μου λείπει η Ελλάδα. Μου λείπουν οι φίλοι μου, μου λείπει να πίνω, μου λείπει να απελπίζομαι ΦΑΝΕΡΑ, κι όχι πολιτισμένα.
Μου λέιπει να έχω ονειρα μη πρακτικά.
Δεν έχω ιδέα τι κάνω, ιδέα όμως. Γιατί είμαι εδω;
Δουλεύω στα μπέργκερ κινγκ, αγαπητοί αναγνωσται. Με 5 χρόνια σπουδες και 25 χρόνια όνειρα. Και χέστηκα βασικά, αυτό είναι το μόνο κομμάτι της καθημερινότητας μου άξιο να ειπωθει- φαντάσου.  Τα λοιπα είναι που αφηνουν το κενό μου κενό.
Σήμερα γυρνούσα σπίτι, προς το νεοαποκτηθέν διαμέρισμα, με τον πολλά υποσχόμενο φίλο μου να περιμενει, και απλώς δεν ήθελα να μπω μεσα. Ποδηλατησα κανα μισάωρο ακόμα, ωσπου έφτασα σε μια λεωφόρο. Εκατσα εκει, ποδήλατο στο έδαφος, εαυτος στο έδαφος, και κάνπισα ένα τσιγάρο. Ένα τσιγαρο που θα έπρεπε να έχει καπνιστει με παρέα και αλκοολ. Αλλά είμαι ΜΟΝΗ. Με σχέση και μόνη. Γιατί εξήγα εσύ στον Ολλανδό τι σημαινει ρεμπετικο, καημός, δε τη παλευω λεμε, κι αλλα τετοια κλισέ. Κλισέ μεχρι να ζεις πιπα κωλο εμπλοκη κάπου που δεν ταιριαζεις.
Κάθησα εκεί, γιατι περνούσαν αμάξια πολλά, ακριβως κάτω απο τα φαναρια, και μου θύμιζαν Αθηνα. Φασαρία. Αχ σ αγαπω, ήρθα κοντα σου, πριν τα ξημερωματα. Τι σκατα έρωτας ειναι εκεινος αμα δεν μπορεις να μοιραστεις αυτο; Δεν ειμαι εγω για τετοια, δεν ειμαι εγω για τετοια, θελω να γυρισω πισω.
Καπνισα το θλιβερο μου τσιγαρο στη λεωφορο. Μακρια απο το μελλον μου.
Ο Γιαννης λεει πως ειμαστε απ αυτους τους ανθρωπους που δεν ειναι ευτυχισμενοι.  Ο Γιαννης λεει πολλά, ο Γιαννης δεν κανει τίποτα.
Θέλετε να μιλησουμε υποθετικά; Ουτε υποθετικα δεν μπορω να μιλησω- δεν ξερω τι μου γινεται, για μια φορα ακόμα.  Πάντως η Νεφέλη εχει δίκο, πρεπει να γραφω, δεν ειμαι καλα, σαλτερνω απαξ και δεν καταγραφω κάπου τα μέσα μου. Συγνωμην λοιπον για ετουτο το ποστ, αλλα είναι κι αυτο μια φτωχη διέξοδος.




Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Saudade



Μου αρέσει να αγαπάω, όπως μου αρέσει να κάθομαι στον ήλιο. Αν μόνο δε θεωρούταν τόσο φοβερή ένδειξη αδυναμίας. Κι αν μόνο δε μ’ενοιαζε τόσο. Πονάει δεν πονάει, δεν υπάρχει ωραιότερο τίποτα απ’το ν’αγαπάς. Αν σ’αγαπούν κι όλας ακόμη καλύτερα, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, αν πραγματικά αγαπάς  δεν είναι ό,τι ευκολότερο να κάνεις χώρο για να σ’αγαπούν. Σε συνεπαίρνει το δικό σου συναίσθημα. Αχ δεν ξέρω, μη με ρωτάς αν η αγαπη είναι αλτρουιστική ή όχι, και τέτοια μπερδεμένα και φιλοσοφικά. Ένα ξέρω, πως όταν σ’αγαπούσα νόμιζα πως ίπταμαι. Ε και ναι, μου πηρε λίγο καιρό να κλείσω τον κύκλο, και λοιπόν; Νισάφι πια. Αγάπες κι έρωτες σε συσκευασία, με μάνιουαλ. Έτσι ένιωσα κι έτσι έκανα, και δεν μετανιώνω, όχι πια. Αλλά υπάρχει ακόμη αυτη η έλλειψη, κι είναι έυκολότερο να σ’αναζητήσω σ’άυτό το κενό, παρά να βάλω τον Ολλανδό μου εκεί. Αλλά ακόμα κι αυτό το χω αποδεκτεί. Αν δεν ήταν έτσι δε θα άξιζε.

Μου αρέσει να αγαπάω, όπως μου αρέσει να κάθομαι στον ήλιο. Όχι πως είμαι καμιά ιέρεια, σεμνή και διάφανη, απαστράπτουσα. Καταβάθος είμαι ένα ξέκωλο, που θα λεγες κι εσύ. Το μεγαλύτερο ίσως, γιατί πιότερα να μοιράζεις το μουνί σου παρά την αγάπη σου, έτσι όπου να ναι.


Αυτά.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

O


Το ανολοκλήρωτο είναι κομματάκι βουβό σαν έννοια.  Διότι σε ρωτώ, αν το κομμάτι που λείπει δεν έλειπε, πως θα συναντούσε το μεγάλο Ο; Και τί ιστορία να γράψεις απλώς για ένα μεγάλο Ο; Δηλαδή το ίδιο το όλον δεν έχει δα και τόση μεγάλη αξία αμα δεν εναλλάσσεται τουλάχιστον, με το μη όλον. Η ολοκλήρωση απο μόνη της προυποθέτει την έλλειψη, και ώ τί δέος, έρχονται κάποτε και οι δύο, αναπόφευκτα.  Ένα το κρατούμενο. Κι ύστερα, τι θα γινόταν αν σταματούσα να εστιάζω σε όσα ρημάδια μου αφήνουν αυτή την απερίγραπτη αίσθηση μεταξύ έλλειψης και  υπερκορεσμού, και κατάφερνα (γιατί βλέπεις η προσπάθεια έχει πια χάσει την αίγλη της) να αισθανθώ, ή καλύτερα να αποτυπώσω στον κορμό μου σαν δενδρίλιο, αυτό ακριβως που συμβαίνει. Χωρίς τις προεκτάσεις του.

Επαναλαμβάνομαι αλλά δεν έχει σημασία, θα κάνω το ίδιο λάθος μέχρι να σταματήσω να το κάνω, ή μέχρι να αρχίσω να το απολαμβάνω.

Αγαπώ λοιπόν εμένα χωρίς κανένα, και είναι μαγικό. Αγαπώ αυτή την παντρεμένη πόλη όταν έχει ήλιο, γιατί δε σε παίρνει να τον αγνοήσεις. Αγαπώ αν όχι εκείνον, κομμάτια του κορμιού του και τον τρόπο που το τυλίγει γύρω μου. Αγαπώ τη διαδρομή Λάιντεν- Χάγη γιατί κρατάει όσο πρέπει- προλαβαίνεις να διαβάσεις περί τις πέντε σελίδες. Και γιατί πάντα θα μου κάνουν εντύπωση οι αγελάδες και  τα λιβάδια μεταξύ ουρανοξυστών, σαν ένα μανιφέστο της εξευρωπαισμένης τους χωριατίλας. Αγαπώ το κανάλι έξω απ’το σπίτι και τους γκόμενους με τα κολεγιακά φουτερ που πίνουν λευκό κρασί στα κυριλέ τους βαρκάκια ξεχειλίζοντας αγνό άρογκανς. Αγαπώ το σνομπισμό τους γιατί είναι προιόν πέρα για πέρα εγχώριο, σαν γαμοσταυρίδι σε αθηναική κίνηση. Αγαπώ το χόρτο γιατί μπορώ να το αγοράσω κι έτσι δεν το αγοράζω. Αγαπώ το τώρα παρά τη δυσοσμία του, γιατί ενυπάρχει ακόμα η δυνατότητα.

Αλλά. Η Αθήνα μου λείπει σαν μεγάλος έρωτας, θέλω τα κυλιστώ στα πεζοδρόμια της Πανεπιστημίου, να κατέβω την Ερμού αργά και βασανιστικά, να γλύψω τα κάγκελα ανεβαίνοντας προς Πλάκα, να αποκοιμηθώ στο μετρό, να μουσκέψω ανεβαίνοντας το Λυκαβηττό, και όταν θα μαι στην κορυφή να βάλω τα κλάματα γιατί δεν θέλω αλλα πρέπει.


Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

L'echec


Η Μ. Δεν είχε ενημερώσει πως τελικά δε θα παρευρεθεί στας εκλογάς, κι έτσι το πρωινό τηλεφώνημα από χρίκενλαντ πόνεσε διπλά- «σε μία ώρα να είσαι έτοιμη, θα περάσουμε να σε πάρουμε, πάμε για μπάνιο».


Ξύπνησα κακόκεφη, μπορεί να φταίει και η πανσέληνος, ή που είμαστε αισίως στους δέκα βαθμούς. Σκεφτόμουν το «βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δε διαβάζει»: Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ....  Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κ’ όλο στην καρδιά.... Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα μαζί σου κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χεμινγκγουέι μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ. 


Η ανάγκη μου να αγαπηθώ με κάνει εύπιστη λοιπόν, να ένα νεοαποκτιθέν τσιτάτο- αχ η ανθρώπινη κακία. Ποτέ, όσο κι αν το αγόρι που δε διαβάζει σε διαβεβαιώνει παντοιοτρόπως ότι αξίζει τον κόπο, άπαξ και την πάτησες μια φορά γερά δε σταματάς να φοβάσαι ποτέ. Γιατί τωρα ξέρεις ότι δεν υπάρχουν ήρωες, κι έτσι γέρνεις μαλακά πίσω, τον αφήνεις να σε φιλάει ατάραχη,  κι ίσως λιγάκι παραπάνω αγέροχη, και όταν ακόμη ανταποδίδεις υπάρχει μια επιφυλακτικότητα στην άκρη των χειλιών σου τρομερή. Κι όταν λέει μου αρέσεις τόσο πολύ, αυθόρμητα θες να πεις ναι, ναι, ναι! Αλλά γελάς ειρωνικά και λες πρόσεχε. Κι είναι τόσο ωραίο το αγόρι που δε διαβάζει.