Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Sending grief and joy down in supportable doses

Περιμένω φίλους να πιούμε παρέα, όμορφα, ήρεμα και κυρίως πολύ.
Οι άνθρωποι που αγαπώ λίγο μεταβλήθηκαν με τα χρόνια. Αναρωτιέμαι τι ήταν όλοι οι υπόλοιποι. Έτσι, σαν σύνολο, σαν "υπόλοιποι", μου λείπουν επετειακά.
Κι αυτοί που δε μου λείπουν, με πονάνε από μακριά.

Nina Simone.


My skin is black, my arms are long
My hair is woolly, my back is strong
Strong enough to take the pain, inflicted again and again
What do they call me? My name is aunt Sarah
My name is aunt Sarah, aunt Sarah


My skin is yellow, my hair is long
Between two worlds I do belong
But my father was rich and white
He forced my mother late one night
And what do they call me?
My name is Saffronia, my name is Saffronia


My skin is tan, my hair fine
My hips invite you, my mouth like wine
Whose little girl am I? Anyone who has money to buy
What do they call me? My name is Sweet Thing
My name is Sweet Thing


My skin is brown, my manner is tough
I'll kill the first mother I see, my life has been rough
I'm awfully bitter these days, because my parents were slaves
What do they call me? My name is Peaches.


Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο, ίδια τον έναν με τον άλλο

Μαϊμού, σε βλέπω που με βλέπεις, κρίμα που η διάθεση και αντιστοίχως η θεματολογία μου δεν είναι καθόλου πιο ριφρέσινγκ από τη δική σου (ντροπή).

Το λοιπόν, την Κυριακή να μου πεις χρόνια πολλά από τον μακρινό Πειραιά, θα το περιμένω.

Φαντάζομαι πως δεν έχεις κέφια πολλά για κουβέντες με κοριτσάκια, όμως θέλω να πω, σναπ αουτ οφ ιτ (sic). Διότι και η έλλειψη εκλείπει θέλουμε να ελπίζουμε, και εγώ μικρή δεν είμαι, ξέρω απ' αυτά.

Και να διαβάσεις ένα ωραίο βιβλιαράκι, γιατί μον αμί ιντερνετίκ, ό, τι και να λες, είναι όμορφο να ανανεώνεται κανείς θεματολογικά, αν με εννοείς.

Σου στέλνω μεγατόνους μεγαμπίτ φιλικής έγνοιας, και προτείνω υποχρεωτικώς και ανεπιφύλακτα το Σιντάρτα.





                                                      Α! Κύριε Μαλακάση,
                                                      ποιός θα βρεθεί να μας δικάση,
                                                      μικρόν εμέ κ' εσάς μεγάλο,
                                                      ίδια τον ένα με τον άλλο;
                                                      Τους τρόπους, το παράστημά σας,
                                                      το θελκτικό μειδίαμά σας,
                                                      το monocle που σας βοηθάει
                                                      να βλέπετε μόνο στο πλάι
                                                      και μόνο αυτούς να χαιρετάται
                                                      όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
                                                      την περιποιημένη φάτσα,
                                                      την υπεροπτική γκριμάτσα
                                                      από τη μια μεριά να βάλη
                                                      της ζυγαριάς κι από την άλλη
                                                      πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
                                                      μισητό σκήνωμα, θανάτου
                                                      άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
                                                      εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
                                                      Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
                                                     ποιός τελευταίος θα γελάσει;


Από το Ελεγεία και Σάτυρες του Κ. Γ. Καρυωτάκη, έτσι γιατί μου τον ξεκοίλιασε τις προάλλες η Ε., και γιατί μανταμ ε μεσιέ, αυτό είναι με το γάντι χώσιμο! Βρε μην ήταν κρυφό μυτιληνιός; (Κατά τα άλλα με τα παραπάνω άσχετο. )

Φράουλες και αίμα revised

Είμαι άσχημα κουρασμένη.
Ανέβασα δέκατα από το άγχος, νομίζω.
Το πλάνο έλεγε να πέσω να κοιμηθώ, και να γράψω πάλι μετά την Παρασκευή.
Όλη μέρα σκέφτομαι.
Τελευταία δεν μ’αρέσει να σκέφτομαι.




Σιχαίνομαι τις πασπαρτού γκόμενες, μπίρκενστοκ σανδαλάκι- σορτσάκι- τισερτάκι, γκόμενος πάσης ηλικίας και φύσεως, πηδάω, πηδιέμαι, πηδιέστε, να πηδηχτούμε όλοι μαζί να χύσει κάποιος πρώτος. 
Σιχαίνομαι τα υποκοριστικά, τα βαμμένα γυναικεία μαλλιά, τα τεστ εγκυμοσύνης, τις φαρμακοποιούς, το δύο τριάντα από Αμπελόκηπους για Εξάρχεια που έρχεται καθυστερημένο πάντα, την πανσέληνο που μου γαμάει τα πρέκια κάθε μήνα.
Σιχαίνομαι τους ανθρώπους την ώρα που μετανιώνουν και περισσότερο σιχαίνομαι που η μετάνοια είναι ανθρώπινη, σιχαίνομαι τις επιστροφές και τις μεσοβέζικες ρομαντζάδες, τους φίλους με φ μικρό μικρούλι, σιχαίνομαι που δεν ήθελα και δεν μπόρεσα να πάω στα γενέθλια του Αλέξανδρου και της Ελεάνας, σιχαίνομαι τα δικά μου γενέθλια και που δεν θέλω φέτος να τα μοιραστώ.
Σιχαίνομαι το άρτυμα λεμονιού, την καταδιωκτική μου φοβία που έχει κατσικωθεί και δε γουστάρω να ξεμυτίσω απ’το σπίτι, τους άντρες που κλαίνε κι αυτούς που δεν κλαίνε, τη φάτσα που έχω όταν σιχαίνομαι. Σιχαίνομαι που ο καιρός δεν περνάει πιο γρήγορα, που έχω θυμό τρομερό να ξεχειλίζει και που δε θέλω άλλο πια από τίποτα.



Αλμυρό τσιγάρο και ύπνος.





Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Νέα τάξη πραγμάτων, δυστυχώς επτωχεύσαμεν


Γαμώ το συγγραφικό μου τάλαντο.

   Από όταν ξανάρχισα να σκαλίζω κείμενα (μια εβδομάδα τώρα δηλαδή), είπα να κάνω ένα τουρ και σε άλλα μπλογκάκια, μήπως και πάρω καμιά ιδέα ή μήπως ψαρέψω κανέναν αναγνώστη.

  Σήμερα μεταξύ διαβάσματος για το τελευταίο μαθηματάκι της σχολής, καμένων καφέδων και τηλεφωνικού κουτσομπολιού, διάβασα λίγο από την Ψιλικατζού.

  Ακουστά την είχα, μου ‘χε πεί παλιά κάτι ο μπαμπάς, τότε που γινόταν επαγγελματίας μπλόγκερ και πριν μας μετακομίσει όλους σ’αυτό το κωλονήσι.

  Ναι, δεν είναι Ουμπέρτο Έκο. Αλλά πάλι, τ’ομολογώ, ποτέ δεν τελείωσα  Το νησί της προηγούμενης ημέρας, βασικά δεν κατάφερα ποτέ πάνω από είκοσι σελίδες.

  Πανάθεμά την, γράφει από καρδιάς, εξαιρετικά αβίαστα και ειλικρινά.

  Το καλύτερο είναι βέβαια, και το πιο ζηλευτό, ότι γράφει από ανάγκη και φαίνεται να το φχαριστιέται. Για να μην πω που την έμαθε το μπλογκικό πανελλήνιο και έγινε φέιμους εν μια νυκτί, καταφέρνοντας όχι μόνο, άκουσον άκουσον, να έχει από δύο μέχρι είκοσι δύο (λέω εγώ τώρα) σχόλια σε κάθε πόστ αλλά να εκδώσει βιβλιαράκι και να κάνει καριερούλα στη διαφήμιση (αυτό δεν το ζηλεύω αλλά για άλλους λόγους).

  Οπότε, γαμώ το συγγραφικό μου τάλαντο, και γαμώ τον ένα χρόνο που είχα να πιάσω μολύβι γιατί αργοπέθαινα μέσα έξω παρέα με τον εχθρό που λέει και η Χ., και γαμώ την ανάγκη μου να τα περιπλέκω όλα- πάλι μέσα έξω.

  Συμπέρασμα: Περιμένω περίοδο και δεν το βάζω κάτω.  Και καλή η Καραπάνου, και η Ψιλικατζού, και ο κύριος Δήμου και οι αντίστοιχοι στη Βαρβαρική, αλλά εγώ τι να γράψω;


Πι ές: καλά, τούτο δω το γέλασα φορώντας τα καλά μου, έξοχο!
http://xpsilikatzoy.wordpress.com/2005/06/18/021862005/

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Θεός ήτανε κουρασμένος

«…Πρέπει τώρα να ξεχάσω ό, τι ξέρω, σχεδόν το αλφάβητο. Α, Β, Γ, να φύγουν.
   Αυτόματη γραφή, φοβερά συγκροτημένη όμως, οργανωμένο παραλήρημα. Faulkner.
Σαράντα πυρετός και απόλυτο cool. Τη ζωή την ίδια, αλλά όχι στη φυσικότητά της. Φιλτράρισμα, όχι για να τη μειώσω, αλλά για να  την πολλαπλασιάσω.
   Δεν ξέρω γιατί αλλά το βιβλίο που μου θυμίζει φοβερά αυτό που θέλω είναι η βίβλος. Όχι τόσο το θέμα, όσο η γραφή. Να μην μπερδέψω φυσικότητα και αμεσότητα. Αυτό που πάω να κάνω είναι υπέρ- εγκεφαλικό, αλλά που θα βγαίνει από την κοιλιά. Ό, τι πιο δύσκολο. Πρέπει να υπάρχει όμως ιστορία; Πρέπει: Ναι, μάλλον. Γύρω απ’ αυτήν εγώ γράφω ό, τι θέλω.
   Να ξαναδιαβάσω τη Βίβλο σαν Βίπερ-Νόρα. Που είναι. Υπέρ-εγκεφαλικό, λαϊκό ανάγνωσμα, μεταφυσικό Βίπερ-Νόρα!
    Θα ήθελα να ξαναγράψω τη Βίβλο.
    Ο Θεός ήτανε κουρασμένος
    Το βρήκα!
    Η πρώτη φράση του Υπνοβάτη…»


   Μου λείπει η αίσθηση που είχα όταν διάβαζα τον Υπνοβάτη. Άνοιξη στη Salamanca, μια ανάγκη έντονη να νιώσω τον κόσμο να κινείται, αυτή που έχει κανείς στην παρουσίαση μιας Ευκαιρίας. Θυμάμαι που ο ήλιος έπεφτε μετά τις έντεκα τους πρώτους καλοκαιρινούς μήνες, και έπινα ζεστό καφέ κον λέτσε με παγάκια, για να θυμίζει λίγο Ελλάδα.  
   Το είχα διαβάσει μονορούφι, λίγο γιατί μου έλειψε η λογοτεχνία τόσους μήνες στα ξένα, λίγο γιατί με ζέσταινε ακόμη ο έρωτας, και κάθε τόσο σήκωνα το κεφάλι μου και αναφωνούσα εκστασιασμένη ότι η τύπισσα είναι τρελή. Τόση έκπληξη μου προκαλούσε το πώς τολμούσε να γράφει τόσο πράγματι βιβλικά, σαν να διαβάζεις την ιστορία της Μαγδαληνής και του Χεσούς εικονογραφημένη από το Μίλο Μανάρα.
   Πολλά κομμάτια μου θύμιζαν όνειρο, μου προκαλούσαν μαζί με την ζέστη μια διέγερση τρομερή, σαν να συμμετέχω στο γράψιμο κι εγώ.
   Στην αρχή του βιβλίου είχα πολύ έντονα την εντύπωση πως καταλάβαινα μια επιτήδευση πίσω από τις λέξεις, ή μάλλον σαν να αναγνώριζα πως είχαν επινοηθεί για να αρέσουν.
   Κι έπειτα, τ’ορκίζομαι, με ρούφηξε μια σειρά από ακατάληπτα γεγονότα, σκηνές από την Ύδρα συνυφαίνονταν με κάτι δικές μου ξεχασμένες παιδικές αναμνήσεις, μια ερωτική διάθεση αδιάντροπη αλλά ευλογημένη, σαν να περπατάς σε ξερονήσι Αύγουστο μήνα, να σε καίει ο ήλιος και να σε τζούζει το μαγιό ανάμεσα στα πόδια.
   Να νιώθεις αυτή τη μαγεία του ξένου τόπου, την χαρά να βγάζεις τα σανδάλια σου και να περπατάς στην καιόμενη άσφαλτο μέχρι τα πατούνια σου να γίνουν μαύρα κατράμι.

   Κάπως έτσι είπα να διαβάσω και τα ημερολόγιά της, να δω τι μπορεί να σκεφτόταν για να γράψει έτσι. Εντάξει, έχει μια άλλη αίσθηση, μέχρι κυρίως να συνδεθείς μαζί της και να συνειδητοποιήσεις την ηδονοβλεψία σου την ίδια, σου φαίνονται χωρίς λόγο οι σκέψεις της. Και μετά, έρχονται σελίδες που παραληρεί από τον οίστρο και τη μανιοκατάθλιψη, νιώθεις το πετσί της να σκάει, την ανάγκη της να γράψει, να αρέσει.
   Στις τελευταίες σελίδες σκέφτεται τον Υπνοβάτη και όσο γίνεται ακατέργαστα, γράφει σκέψεις καταλήγοντας - το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου- σ’αυτή την τελευταία παράγραφο.
   Θυμάμαι πως έκλαψα όταν έκλεισα το βιβλίο.
   Με πήρε το παράπονο, που ίσως δεν κατάφερε τελικά να αρέσει, που πέθανε μάλλον νέα και φαγωμένη από το πούστικο το λήθιο που παίρνουν οι μανιοκαταθλιπτικοί. Τρόμαξα για τα κοινά μας σημεία, για την πιθανότητα αυτός ο βαρύς αέρας πάνω και μέσα μου να μη φύγει ποτέ, μόνο να κάνει διαλείμματα όταν αγαπιέμαι, κι μετά πάλι να είμαστε εγώ κι αυτός.
   Φοβάμαι πολύ. Την ανάγκη μου να συνυπάρχω. Που ακόμη δεν έχω καταφέρει να γράψω κι εγώ γύρω από μια ιστορία, και που δεν μ’αρέσει πια καθόλου να ελπίζω σε τίποτα.  

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

glassworks

Μπύρα για να ανοίξουν καλά οι αρτηρίες, και κρασί λευκό να ευφρανθεί ο ουρανίσκος, με παλαιό φίλο.

Γνωριστήκαμε υπό συνθήκες ερωτισμού, γιατί εγώ σε αντίθεση με εκείνον, δεν έχω την ικανότητα να κατατάσσω τους άντρες σε φίλους ή εραστές. Κι έτσι πάντα μου είναι δύσκολο να είμαι πραγματικά ο εαυτός μου, χωρίς θέλω να πω, έστω την πιθανότητα κοριτσίστικων τερτιπιών στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Αυτό που περισσότερο ενέτεινε την ερωτική ατμόσφαιρα μεταξύ μας, είναι το γεγονός ότι είναι συνήθως στην αρχή μιας Σχέσης, απαραίτητο να αμφιδρομεί ένας θαυμασμός, ακόμη κι αν δεν σχετίζεται άμεσα με έλξη σωματική. Που και που λοιπόν, έσκαγαν μύτη ψήγματα που ξέφευγαν από το πλαίσιο εκείνο που έπρεπε να εδραιωθεί, το φιλικό, δημιουργώντας μια μουντή αμηχανία.

Το θέμα είναι, κι αυτό κατάλαβα ψες, πως μερικές σχέσεις παίρνουν ένα δρόμο από μόνες τους, μένουν ή φεύγουν οι άνθρωποι με ένα ρυθμό κι ένα τρόπο, που ας μου επιτραπεί να μοιρολατρήσω, στιγμές στιγμές φαίνεται να είναι εντελώς ανεξάρτητος από τη δική μου επιθυμία να τους κρατήσω ή να τους διώξω. Είχα φίλους για τους οποίους χρόνια συντηρούσα με κόπο πολύ μια οικειότητα και μια εγγύτητα, που ήλπιζα να προστίθεται στα περασμένα και να μεγαλώνει το δέσιμο. Και είχα έρωτες που συμφωνήθηκε πως όσο άγουροι και αν ήταν θα κρατούσαν καιρό.

Και σκέφτομαι τώρα, πως μεσολάβησε ένας μεγάλος κύκλος εμπειριών, μικρών κάθε φορά κι ανεπαίσθητων αλλαγών, για να φτάσει μια σχέση να γίνει ήρεμα αποδοτική, μεταξύ δύο ανθρώπων που μοιράστηκαν κι ελπίζουν να μοιραστούν ίσως περισσότερα, χωρίς όμως αυτό να βάζει κανένα χρονικό όριο, καμία πίεση για να είμαι ή να είναι εκείνος κάτι.

Και ορίστε ένα τραγουδάκι που απολαύσαμε παρέα, σε μια εκστατική λίγων λεπτών σιγή, πάνω από όλα καθόλου αμήχανη.

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

μηTerra

Με το χέρι στην καρδιά, δεν ξέρω αν είναι θέμα συναστρίας τη στιγμή της γέννησής μου, αποτέλεσμα μιας παιδικής ηλικίας καταπνιγμένης από τα Θέλω των μεγάλων, ή απλώς φυγόπονη, ακόμη εφηβική, διάδραση με την καθημερινότητά μου, πάντως το χειρότερο πράγμα που μπορεί να μου τύχει είναι να βρεθώ ανάμεσα σε δύο αποφάσεις. Δυσκολεύομαι εξαιρετικά.
Ο αγαπητός γκουρού- συμβουλευτικός- σωματικός ψυχοθεραπευτής μου, με την ίδια χάρη και αμεσότητα με την οποία κάποτε μου πέταξε ένα φρεσκοσκαμμένο από τη ρινική του κοιλότητα καρκαδάκι, μου είχε πεί:

«Αρνείσαι πεισματικά να αναλάβεις την ευθύνη της ζωής σου. Επιμένεις να αποζητάς μια μαμά παντού, κάποιον να σε πάρει από το χεράκι και να σου πεί προς τα πού να πας, για να μη χρειαστεί – φευ!- να σε βαρύνει εσένα το αποτέλεσμα. Φοβάσαι την τιμωρία, φοβάσαι πως σε ότι και να κάνεις καραδοκεί η Τιμωρία. Αυτός είναι ο λόγος που προσκολλάσαι στον Γ. Τον στόλισες και τον ανέβασες στην θέση του Κριτή, της Μαμάς, και τώρα, αν τον χάσεις, ποιός θα σε νταντέψει; Το θέμα είναι, πως επιλέγεις πάντα λάθος ανθρώπους για αυτή τη θέση, ανθρώπους που είναι εξ αρχής δεδομένο ότι θα λειτουργήσουν πάνω στο πρότυπο της πραγματικής μαμάς: αγαπησιάρικοι σαδιστές, που θα σε μανιπουλάρουν και θα ενισχύσουν την αδυναμία σου να φύγεις μακριά τους. Άτομα χειριστικά. Πρέπει πρώτα αυτό να συνειδητοποιήσεις.»

Νομίζω ότι αυτή η εξήγηση στέκει όμορφα. Ακόμη κι αν τη δεδομένη στιγμή δεν το εννόησα, φαίνεται πως τελικά κάθισε μέσα μου και που και που χτυπάει σαν καμπανάκι, έτσι για να κρατάει τη μνήμη μου ακόμη ενεργή, και το θυμικό μου σε εγρήγορση.


Ο τίτλος δανεικός από τους όμορφους encardia, που αχ! μακάρι να μην τους είχα αγαπήσει με παρέα.

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

βρύση

Το πώς μεταπηδώ από το ένα συναίσθημα στο άλλο, είναι άξιο απορίας. Με δυσκολεύει πολύ να κρατήσω τελικά την λογική σειρά των πραγμάτων, την ρεαλιστική όψη του εαυτού μου και των Άλλων.

Τραμπαλίζομαι σαν επιληπτική από τον έρωτα στην απογοήτευση, από τον εκνευρισμό στην νηνεμία, από την συνειδητότητα στην ασυνειδησία.
Δεν ξέρω τί περισσότερο μ’ενοχλεί, ή τί ακριβώς προκαλεί αυτή την τριβή σε λείο έδαφος. Περιμένω περισσότερα ίσως, ή πάλι ίσως δεν έχω την χρήσιμη για άλλους ικανότητα της υπομονής.

Η βρύση του μπάνιου στάζει ανηλεώς μέσα στη γαμημένη γαλάζια λεκάνη, με εξοργίζει αυτός ο ήχος. Οι βρύσες που στάζουν δηλώνουν παρακμή και παραίτηση, με ένα τόνο επίμονο, σαν να διαγράφεται μπροστά στα αυτιά μου ένα δυσοίωνο μέλλον.
Σπανιότατη λέει, είμαι σπανιότατη. Σαν αναρριχητικό φυτό, σαν μοβ μπεκάτσα.
Σπανιότατη εκ των έσω, το σκάψιμο το αναλαμβάνει ιδιωτική εταιρεία μερικώς κρατικά επιχορηγούμενη, επί έτη και έτη κινδυνεύουσα να πτωχεύσει. Επιτέλους πια.

Όλα πάνε καλά, λέω στον εαυτούλη μου κάθε που παραπαίει. Η αλήθεια είναι πως τίποτα δεν μπορεί περισσότερο να με πονέσει, τουλάχιστον μέχρι να κλείσουν οι παλιές ουλές. Και έτσι διατηρώ μια απόσταση ματιάς, μια υβριστική βεβαιότητα πως σας έχω όλους χεσμένους. Βαθιά μέσα, εκεί που συνήθως πάντοτε υπάρχει χώρος για πόνο, φαίνεται πως καταλαμβάνομαι από ένα ρυάκι μισοξεραμένου αίματος, που φράζει την είσοδο και την έξοδο σε νέα δεδομένα. Δεν το επιτρέπω.

ψυχομετρίες

Όμορφα παράξενο βράδυ χθες. Ξύπνησα το ξημέρωμα με μια δίψα στενάχωρη, λίγο βαρύ κεφάλι. Πώς ζαλίστηκα χωρίς να πιώ;
Βρέχει δυνατά εδώ και λίγη ώρα. Η μυρωδιά έφτασε στα ρουθούνια μου δύσκολη στην αρχή. Σιγά σιγά εγκλιματίστηκα, άφησα τον εαυτό μου να φαντασιωθεί έναν χειμώνα βαρύ σαν πούπουλο.

Δεν ξέρω τί ορίζει η διαφορά ηλικίας, και τί μπορεί να κάνει ένα κοινό συναίσθημα για δύο τυχαίους ανθρώπους. Δεν ξέρω τί ορίζει η φαντασία μου, η αφυπνισμένη δίψα μου για ελαφρύ μελόδραμα, ένα σώμα στο μεταίχμιο μεταξύ παιδικότητας και γήρατος.
Πέρασα χθές το βράδυ. Και ίσως αυτό είναι που άφησε αυτό το συναίσθημα. Σιχαίνομαι από φόβο τα πράγματα που αρχίζουν για να τελειώσουν. Επιλέγω έτσι να προδικάζω, να προσχεδιάζω, να προϋποθέτω. Κάπου νομίζω διαφαίνεται ένα σχήμα οξύμωρο. Τόσο βαριέμαι όμως να ασχοληθώ μαζί του.
Απόλαυση πραγματική, να χαϊδεύω πάλι τις ύπουλες λέξεις μου, Θεέ, τίποτα δεν απολαμβάνω περισσότερο, τίποτα.

Ανυπομονώ όπως πάντα, να κλείσει αυτός ο κύκλος, χωρίς βέβαια την άδεια μου, για να μπορέσω να καθίσω μαλακά πίσω, και να ξεκοκαλίσω ηδονιστικά κάθε σκηνή, κάθε αίσθηση να είναι στο έλεός μου, παραδομένη στην ασύδοτη απόφασή μου να την αναπλάσω ή να την διατηρήσω ανέπαφη σε κάποιο μπαλόνι της μνήμης μου.
Ενδιαφέρον. Αν υπάρχουν πράγματι άνθρωποι με μικρά και μεγάλα κουτάκια στο κεφάλι τους, το δικό μου φαίνεται να έχει μπαλόνια. Απ’αυτά τα παιδικά, σε σχήμα κλόουν η πάπιας, σε σχήμα καρτούν και σούπερ ήρωα.

Και θα το ξαναπώ όπως το λέει κι ο Η. : Ni avec toi ni sans toi.