Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Θεός ήτανε κουρασμένος

«…Πρέπει τώρα να ξεχάσω ό, τι ξέρω, σχεδόν το αλφάβητο. Α, Β, Γ, να φύγουν.
   Αυτόματη γραφή, φοβερά συγκροτημένη όμως, οργανωμένο παραλήρημα. Faulkner.
Σαράντα πυρετός και απόλυτο cool. Τη ζωή την ίδια, αλλά όχι στη φυσικότητά της. Φιλτράρισμα, όχι για να τη μειώσω, αλλά για να  την πολλαπλασιάσω.
   Δεν ξέρω γιατί αλλά το βιβλίο που μου θυμίζει φοβερά αυτό που θέλω είναι η βίβλος. Όχι τόσο το θέμα, όσο η γραφή. Να μην μπερδέψω φυσικότητα και αμεσότητα. Αυτό που πάω να κάνω είναι υπέρ- εγκεφαλικό, αλλά που θα βγαίνει από την κοιλιά. Ό, τι πιο δύσκολο. Πρέπει να υπάρχει όμως ιστορία; Πρέπει: Ναι, μάλλον. Γύρω απ’ αυτήν εγώ γράφω ό, τι θέλω.
   Να ξαναδιαβάσω τη Βίβλο σαν Βίπερ-Νόρα. Που είναι. Υπέρ-εγκεφαλικό, λαϊκό ανάγνωσμα, μεταφυσικό Βίπερ-Νόρα!
    Θα ήθελα να ξαναγράψω τη Βίβλο.
    Ο Θεός ήτανε κουρασμένος
    Το βρήκα!
    Η πρώτη φράση του Υπνοβάτη…»


   Μου λείπει η αίσθηση που είχα όταν διάβαζα τον Υπνοβάτη. Άνοιξη στη Salamanca, μια ανάγκη έντονη να νιώσω τον κόσμο να κινείται, αυτή που έχει κανείς στην παρουσίαση μιας Ευκαιρίας. Θυμάμαι που ο ήλιος έπεφτε μετά τις έντεκα τους πρώτους καλοκαιρινούς μήνες, και έπινα ζεστό καφέ κον λέτσε με παγάκια, για να θυμίζει λίγο Ελλάδα.  
   Το είχα διαβάσει μονορούφι, λίγο γιατί μου έλειψε η λογοτεχνία τόσους μήνες στα ξένα, λίγο γιατί με ζέσταινε ακόμη ο έρωτας, και κάθε τόσο σήκωνα το κεφάλι μου και αναφωνούσα εκστασιασμένη ότι η τύπισσα είναι τρελή. Τόση έκπληξη μου προκαλούσε το πώς τολμούσε να γράφει τόσο πράγματι βιβλικά, σαν να διαβάζεις την ιστορία της Μαγδαληνής και του Χεσούς εικονογραφημένη από το Μίλο Μανάρα.
   Πολλά κομμάτια μου θύμιζαν όνειρο, μου προκαλούσαν μαζί με την ζέστη μια διέγερση τρομερή, σαν να συμμετέχω στο γράψιμο κι εγώ.
   Στην αρχή του βιβλίου είχα πολύ έντονα την εντύπωση πως καταλάβαινα μια επιτήδευση πίσω από τις λέξεις, ή μάλλον σαν να αναγνώριζα πως είχαν επινοηθεί για να αρέσουν.
   Κι έπειτα, τ’ορκίζομαι, με ρούφηξε μια σειρά από ακατάληπτα γεγονότα, σκηνές από την Ύδρα συνυφαίνονταν με κάτι δικές μου ξεχασμένες παιδικές αναμνήσεις, μια ερωτική διάθεση αδιάντροπη αλλά ευλογημένη, σαν να περπατάς σε ξερονήσι Αύγουστο μήνα, να σε καίει ο ήλιος και να σε τζούζει το μαγιό ανάμεσα στα πόδια.
   Να νιώθεις αυτή τη μαγεία του ξένου τόπου, την χαρά να βγάζεις τα σανδάλια σου και να περπατάς στην καιόμενη άσφαλτο μέχρι τα πατούνια σου να γίνουν μαύρα κατράμι.

   Κάπως έτσι είπα να διαβάσω και τα ημερολόγιά της, να δω τι μπορεί να σκεφτόταν για να γράψει έτσι. Εντάξει, έχει μια άλλη αίσθηση, μέχρι κυρίως να συνδεθείς μαζί της και να συνειδητοποιήσεις την ηδονοβλεψία σου την ίδια, σου φαίνονται χωρίς λόγο οι σκέψεις της. Και μετά, έρχονται σελίδες που παραληρεί από τον οίστρο και τη μανιοκατάθλιψη, νιώθεις το πετσί της να σκάει, την ανάγκη της να γράψει, να αρέσει.
   Στις τελευταίες σελίδες σκέφτεται τον Υπνοβάτη και όσο γίνεται ακατέργαστα, γράφει σκέψεις καταλήγοντας - το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου- σ’αυτή την τελευταία παράγραφο.
   Θυμάμαι πως έκλαψα όταν έκλεισα το βιβλίο.
   Με πήρε το παράπονο, που ίσως δεν κατάφερε τελικά να αρέσει, που πέθανε μάλλον νέα και φαγωμένη από το πούστικο το λήθιο που παίρνουν οι μανιοκαταθλιπτικοί. Τρόμαξα για τα κοινά μας σημεία, για την πιθανότητα αυτός ο βαρύς αέρας πάνω και μέσα μου να μη φύγει ποτέ, μόνο να κάνει διαλείμματα όταν αγαπιέμαι, κι μετά πάλι να είμαστε εγώ κι αυτός.
   Φοβάμαι πολύ. Την ανάγκη μου να συνυπάρχω. Που ακόμη δεν έχω καταφέρει να γράψω κι εγώ γύρω από μια ιστορία, και που δεν μ’αρέσει πια καθόλου να ελπίζω σε τίποτα.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: