Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Το μαρτίνι που με πίνει

Το δανεικό Μοντγκόμερι με βόλεψε πολύ. Θα πάρω κι εγώ ένα, κόκκινο κοκκινοσκουφί, με καρό επένδυση. Θα κάνω βόλτες με το αερόστατο ποδήλατό μου στο μουντό κρύο του Leiden, και θα είμαι για φωτογραφία.

Το σκεφτόμουν στο δρόμο για το μικρό φούρνο απέναντι από το Cubanita. Χειμώνιασε, μου κάνω διπλό και καυτό καπουτσίνο αντί για φρέντο μέτριο. Δεν έχει κόσμο, τα τιψ μου δε βγάζουν το πρωινό ταξί για το σπίτι.

Σήμερα θα σχολάσω στις οκτώ. Το πρωί.

Πριν λίγο μια τρεντο emo με Volcom, Vans και Replay με έβρισε, διότι έπιασα τις χαρτοπετσέτες της με το γάντι. Με νευρίασε τόσο πολύ, μου φάνηκε ο τρόπος της απάνθρωπος. «Άκου ανθρωπάκο» ήθελα να της πω, κι αντ’αυτού της είπα «Πας καλά;». Θα ήθελα ο κόσμος να έχει χρόνο, και να μιλάμε όλοι λόγια και ήρεμα, όπως στις ραδιοφωνικές εκπομπές αργά το βράδυ.

Δεν μ' αρέσει η μοναξιά του σπιτιού μου και η πολυκοσμία της δουλειάς.

Μετά την ουρακοτάγκο που με στόλισε, ήρθαν δύο κοπελίτσες. ‘Ηταν ελαφρώς μεθυσμένες, και συνομωτούσαν ένα γκομενικό εσεμές. Μου εξήγησαν ότι είχαν πάει παντού, Hoxton, K44 και μετά Yoga Bala, και τις πείραξε το σφηνάκι τεκίλα μετά τη μπύρα και το γιάγκερμάιστερ. Στεναχωρήθηκα τόσο πολύ, που μου ρθε να κλαψουρίσω πάνω από την εσπρεσιέρα. Μου θύμισαν εποχές που πέρασαν με την ψευδαίσθηση του μέλλοντος και του έρωτα, κι ένιωσα τόσο μόνη και μόνη. Έχω καιρό να βγω, μάλλον με κούρασε η Αθηναϊκή νύχτα και τα παρελκόμενά της.

Είναι σχεδόν πέντε. Κάτι ρωσάκια ευγενικά πίνουν μπύρα στο μαγαζί. Da, da.

Ο κόσμος πεινάει.

Θα ήθελα να πάω στους Cinematic Orchestra στο Fuzz.
Θα ήθελα να μην είμαι τόσο θλιμμένη πάντα.
Θα ήθελα να συμμαχήσω με κάποιον.
Θα ήθελα να μη μου προκαλεί απέχθεια ο κόσμος.
Θα ήθελα να μην ξεχάσω ποτέ να γίνω ψαράς στο Capo Verde.
Θα ήθελα τα Χριστούγεννα στη Σύρο να είναι μεθυσμένα και πίσω στο Νησί να μην είμαι ούτε τόσο νοσταλγική την Πρωτοχρονιά.

Πριν λίγο, μπήκε ένας κύριος γαμωσταυρίζοντας στο χαντς φρι και με τρόμαξε. Μεσήλικας, με καράφλα και τουφίτσες περίτεχνα χτενισμένες από τα δεξιά προς τα αριστερά, για να καλύψουν το γυαλιστερό δέρμα. Ήπιε μονορούφι ένα μπουκαλάκι νερό και μετά με ρώτησε εμφανώς αγχωμένος «Τι κάνουμε για το αλκοτέστ.».
Του λέω, «Πόσο ήπιατε;», «Ε» μου κάνει, «Πέντε ποτήρια κρασί και τρία- τέσσερα σφηνάκια.». «Δε σώζεστε» του ανταπαντώ με μειδίαμα λυπημένο.

Παίρνει τηλέφωνο πάλι κάποιον.

«Τι να κάνω ρε συ; Πως την πάτησα έτσι; Σοκολάτα; Μου φτιάχνεις μια σοκολάτα; Πωω ρε συ… Πώς να αναπνεύσω; Ναι, μόνο απ’τη μύτη πρέπει όμως. Χαχαχα, τι λες ρε συ, πρέπει να συσπασθεί το διάφραγμα;»
Ακόμα στο τηλέφωνο, εισπνέει από τη μύτη και εκπνέει από το στόμα τρεις φορές δυνατά.

«Μήπως να ρίξω ένα ξέρασμα; Μήπως να ρίξω ένα ξέρασμα; Μήπως να κάνω εμετό λέω!»

Το κλείνει, πάει στην τουαλέτα, ακούγεται δυνατός μεταλλικός ήχος. Βγαίνει, κόκκινα μάτια, «Έριξα το τέτοιο, το τέτοιο μωρέ για το χαρτί και τρόμαξα.»

Γελάω συγκαταβατικά.
Όλη αυτή την ώρα τον παρακολουθώ, εγώ μπροστά στο ταμείο αυτός από πίσω, μια στο δεύτερο μπουκάλι νερό και μια στη σοκολάτα.

Με τα πολλά έφυγε. «Ήσουν ιδιαίτερα εξυπηρετική» μου λέει, «και σ’ευχαριστώ. Παύλο με λένε, αν με χρειαστείς κάτι. Γιατρός είμαι.»

«Ευχαριστώ» του λέω, «και καλή τύχη.»

Τον είχαν σταματήσει για αλκοτέστ και τους έπεισε να τον αφήσουν να πεταχτεί να πιεί λίγο νερό.

Κάθομαι, κρυώνω, μου έχω φτιάξει ένα μαρτίνι ρόσο με κόλα κόκα, που λέγαν και οι μπλέ. Κάνει κρύο χειμωνιάτικο, φοράω το φουλάρι μου και περιμένω να ξημερώσει. Τρία μεθυσμένα αγόρια σταμάτησαν για λίγο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μου φαίνεται ψέμα η ζωή μου, τώρα. Μου φαίνεται ότι δεν είμαι εγώ τώρα, δεν κάθομαι, και δεν κρατάω στυλό, και δεν περιμένω να ξημερώσει, μόνη με συνοδεία απόκοσμης τζαζ.

Ο Γιώργος (Marvin κανονικά), που είναι από το Ιράκ και δουλεύει δύο με έντεκα το πρωί στο φούρνο, με είδε που έγραφα και με ρώτησε αν θέλω να μου πει μια ιστορία και γω να τη γράψω. Τον συμπαθώ πολύ, είναι φιλικός, αγαθός, μου κάνει παρέα, δεν μου την πέφτει, κι αγαπάει πολύ το γάτο του. Έρχεται κατά τη μία, του φτιάχνω εσπρεσάκι, και τα λέμε.

There are not many things we do alone, except dying.


H Μ. μου έστειλε μήνυμα, μπήκε στο φέισμπουκ του και δεν είναι καλά, και να μιλήσουμε αύριο. Σβήστο το ρημάδι. Λυπήθηκα. Αχ μεγάλο, που τόση μοναξιά και τόσος πόνος δεν αθροίζεται να μοιραστεί στα δύο. 


Δεύτερο μαρτίνι.

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Ως εκ θαύματος

Μου αρέσει όταν οι φίλοι μου με εκπλήσσουν ευχάριστα. Μεγάλο μερσί στην Ε. που μ’αγαπάει και που δεν μου το λέει. Καμιά φορά οι φίλοι αντικαθιστούν τους έρωτες, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

Και τώρα τα λοιπά.

Κυριακή βράδυ, με αρκετά νεύρα και λίγο καθυστερημένη, ξεκίνησα να βρω φίλους για καφεδίσκο. Εγώ λεφτά όπως έχω πει πολλάκις δεν έχω, αλλά το έχω αναγάγει πλέον σε φιλοσοφία- ο καφές είναι πεταμένα λεφτά, το σεξ είναι υπερεκτιμημένο, κι άλλα τέτοια πικρόχολα που λέμε εμείς οι προσωρινά πιεσμένοι.

Φτάνω στο Black Duck με είσοδο τουλάχιστον θεαματική, μούσκεμα από τη βροχή και επιεικώς κάζουαλ ντυμένη, εν ολίγοις σαν τη μύγα μες στο γάλα, σ’ένα μάζωμα από κυριλέδες σε λαντς μπρείκ. Φτού.

Και εκεί που πάω να χωθώ στον καναπέ μου, να απολαύσω την ασφάλεια της ανωνυμίας μου μέσα στο στραπατσαρισμένο μου ανσάμπλ, ποιος μπαίνει;

Ο φίλτατος, πάντα σικ, Κωσταντίνος Τζούμας. Όχι εν λευκώ αλλά εν μπεζ κουστουμάκι, καταπληκτικά παπούτσια και εκλεπτυσμένα αδιάφορο ύφος, τόσο κομψός, τόσο στυλάτος, τόσο περσόνα.

Έτυχε πέρυσι το καλοκαίρι να είμαι στο Νησί των Καταραμένων και να μην έχω τι να διαβάσω πια, οπότε δανείστηκα από το σπίτι το ‘Ως εκ θαύματος’, το πρώτο από τα τρία αυτοβιογραφικά του βιβλιαράκια. Δεν ήξερα τότε ποιος είναι ο τύπος, αλλά πρώτον έχω μια εμπιστοσύνη στα βιβλία που διαβάζει ο μπαμπάς, και δεύτερον μου φάνηκε κοσμοπολίτικο και καλοκαιρινά ευχάριστο.

(Τότε διαβάζαμε στα Βατερά- ίσως το μόνο μέρος που νιώθω ασφαλής πάνω σ’αυτό το νησί- εγώ τον Τζούμα, ο Γ. τα Ματωμένα χώματα, και η Ν. ένα του Χόρχε Μπουκάι, ο ένας δίπλα στον άλλο, σ’ένα καλοκαιρινό κρεββάτι με άμμο στο πάτωμα και αλάτι στα μαλλιά. Ωραίες ιστορίες να λες.)

  Μ’αρέσει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος, γιατί είναι αβίαστα ξεχωριστός. Εκπέμπει ένα πηγαίο class, έναν αέρα υπεράνω χωρίς να είναι οιηματίας. Πολύ ωραίες ιστορίες στα βιβλία του, όχι τόσο καλογραμμένες όσο καλά βιωμένες. Δηλαδή, δεν είναι ότι κατέχει αυτό το ένα Χάρισμα που τον κάνει χορευτή, ηθοποιό, ραδιοφωνικό παραγωγό ή συγγραφέα, κι ας τα κάνει όλα αυτά πολύ επιτυχημένα, αλλά ότι έχει μια ποιότητα ανθρώπου.
  Μου κάνουν εντύπωση εκείνοι που απλώς τα καταφέρνουν, δεν βιάζουν τίποτα, ρέουν σ’ένα δρόμο θαρρείς χωρίς κόπο, μόνο με τον αέρα του ανθρώπου που είναι ξεχωριστός. Πώς γίνεται ένας άντρας εξήντα χρονών να συνοδεύει μια νεαρή με κίτρινο κοκτέιλ φόρεμα και μαργαρίτα ανα χείρας, κι όμως να μην είναι γλοιώδης, να μην εκπέμπει ερωτισμό ή χυδαιότητα, μόνο μια αύρα δροσερή που σε κάνει να θέλεις να τους κοιτάξεις.
  Δεν είναι ετεροφυλόφιλος, αμφιφυλόφιλος ή ομοφυλόφιλος, και ξεχειλίζει μια ακομπλεξάριστη αντιμετώπιση, παρά την ηλικία του και παρά το ότι μεγάλωσε σε μια Αθήνα άλλη, πιο πιεσμένη. Διατηρώ από τα βιβλία του μια εικόνα νεοκλασικού παλιού στον Πειραιά, με αυτά τα ωραία κεραμικά πλακάκια, μια ασπρόμαυρη κομψή μητέρα, μια παρέα θερινών σινεμά σε ζηλευτές εποχές που ο Ταρκόφσκι ήταν μέινστριμ και δεν έπρεπε να είσαι κουλτουριάρης σινεφίλ για να δεις.
  Επίσης, πόσο εσωτερικά και εξωτερικά όμορφος πρέπει να είσαι για να τη βγάζεις σαν εραστής ανενεργός σε καναπέδες ξένων γυναικών και ανδρών, να μένεις ταπί πάντα με στυλ, και εν πάσει περιπτώσει να εκδίδεις βιβλία για τη ζωή σου πολύ πριν πεθάνεις, τα οποία κάνουν πάταγο γιατί στα εξήντα σου είσαι γεμάτος ιστορίες, ωραίες και ανάλαφρες, καθόλου διδακτικές ή μίζερες.



« Η Ίζα φεύγει για το Τέξας. Θα πάει να μείνει στης αδελφής της, παντρεμένη μ’ έναν Αμερικανό που ΄χε γνωρίσει στη Γλυφάδα όταν αυτός υπηρετούσε στη βάση του Ελληνικού. Η Ίζα θα σπουδάσει ψυχολογία και θα ΄χει την ευκαιρία να ‘πειραμαστώ  με τον αμερικανικό τρόπο ζωής που μ’ερεθίζει πολύ, διότι ως ρώσικο κύτταρο έχω τρομερή περιέργεια για τον καπιταλισμό’.
  Αποχαιρετιστήκαμε σαν να λέγαμε καληνύχτα, θα τα πούμε αύριο. Δεν γουστάραμε φορτισμένους αποχαιρετισμούς με μελό βλέμματα.»


Κουλ.

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

People they ain't no good



People just ain't no good
I think that's welll understood
You can see it everywhere you look
People just ain't no good

We were married under cherry trees
Under blossom we made pour vows
All the blossoms come sailing down
Through the streets and through the playgrounds

The sun would stream on the sheets
Awoken by the morning bird
We'd buy the Sunday newspapers
And never read a single word

People they ain't no good
People they ain't no good
People they ain't no good

Seasons came, Seasons went
The winter stripped the blossoms bare
A different tree now lines the streets
Shaking its fists in the air
The winter slammed us like a fist
The windows rattling in the gales
To which she drew the curtains
Made out of her wedding veils

People they ain't no good
People they ain't no good
People they ain't no good at all

To our love send a dozen white lilies
To our love send a coffin of wood
To our love let aal the pink-eyed pigeons coo
That people they just ain't no good
To our love send back all the letters
To our love a valentine of blood
To our love let all the jilted lovers cry
That people they just ain't no good

It ain't that in their hearts they're bad
They can comfort you, some even try
They nurse you when you're ill of health
They bury you when you go and die
It ain't that in their hearts they're bad
They'd stick by you if they could
But that's just bullshit
People just ain't no good

People they ain't no good
People they ain't no good
People they ain't no good
People they ain't no good at all.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

ΤΙΤΛΟΣ

Δεν είμαι καλά γαμώτο.
Μπορώ να κλαφτώ με την ησυχία μου στο μπλογκ μου, μπορώ;
Δεν είμαι καλά, κι έχω μια έντονη επιθυμία να ακούσω όλα αυτά τα τραγούδια που αποφεύγω, και να πιώ τη μαυροδάφνη που μου άφησε ο Κώστας, και να πιάσω πάτο.
Αλλά δε θέλω να πιάσω πάτο, γαμωσταυρίδια, βαρέθηκα, βαρέθηκα.
Πονάνε τα πόδια μου από την δουλειά, τέσσερις φορές τη μέρα θέλω να παραιτηθώ, δεν πληρώθηκα ούτε σήμερα, γαμώ τα κωλομάγαζά σας και την οικονομική κρίση, νισάφι, δε μπορώ να σας ακούω, με τα φρέντο καπουτσίνο μέτρια με αρκετό γάλα, σιχαίνομαι να περιφέρεστε εντός μου.
Γιατί κρύφτηκα όταν πέρασες, δεν μπορώ ακόμα, δεν μπορώ. Είναι φορές που θέλω κι άλλο, και ξέρω ότι δεν το αντέχω το κι άλλο, ούτε μια σταγόνα κι άλλο δεν αντέχω. Περνάει ο καιρός, ή δεν περνάει, εγκλωβίζομαι κι απεγκλωβίζομαι κατά βούλησιν – όχι δική μου.
Δεν θέλω άλλο πια να είμαι «χωρισμένη», δεν θέλω άλλο πια να μην ξέρω τι θέλω.
Δε σε θέλω, δεν θέλω κανέναν, και είναι άσχημο, δεν είμαι εγώ έτσι κυνική, δεν είμαι. Δεν μπορώ να κάνω σεξ, δεν θέλω, θέλω να κάνω εμετό. Θέλω να σε κάνω εμετό, και διάφορα άλλα σιχαμερά και αιματηρά- όχι όχι όχι άλλο αίμα, φοβάμαι.
Ζηλεύω τις απλές χαρές της ζωής και τα πουλάκια που τιτιβίζουν και τους                                                   
Παφλασμούς των κυμάτων, κι άλλες τέτοιες κακομοιριές που δεν με κάνουν ποτέ                                     
Αυτάρκη και πλήρη.
Δεν είμαι, δεν είμαι, παράτα με. Είμαι γεννημένη μόνη και μελαγχολική, και χέσε με,
Τσάμπα προσπαθώ. Ακόμη και μαζί σου λίγο ένιωθα να ίπταμαι, είχες ένα μοναδικό
Τρόπο να μας φτάνεις στον πάτο, ή να επιπλέουμε σαν κουράδες.
Δεν μπορώ να ξεπεράσω όχι εσένα, εμένα. Δεν ξέρω τι μου φταίει, από μικρή με
Θυμάμαι να σκέφτομαι, κυκεώνες σκέψεων, ναι νιώθω ξεχωριστή, νιώθω ξεχωριστά
Μαλακισμένη. Έχω τετράδια πολλά, έγραφα κάποτε, φοβάμαι να τα ανοίξω, μου
Φαίνεται θα ανακαλύψω ότι δεν άλλαξα καθόλου.
Δεν υπάρχει μέσα μου τέλος, αργώ να πάρω απόφαση τις αρχές, είναι τόσο παράξενο
Να μην ξέρω τι θέλω. Νιώθω ένα πιρούνι στο στήθος, καμιά φορά σιχαίνομαι το
Σώμα μου, χορεύω στον καθρέφτη τις μουσικές μου και με κοιτάω με απορία.
Μακάρι να είχα γράψει ό, τι σκέφτομαι- σταμάτησε να με ευχαριστεί το γράψιμο
Χωρίς αναγνώστη.
Θέλω να τελειώσει το μυαλό μου, γνώριμη τρομαχτική αίσθηση- στην τρίτη
                                                 καίγομαι, πρόσεχε.

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Ένσταση Κύριε Πρόεδρε


   Λοιπόν, έπεσα σαν καλό παιδί κι εγώ να κοιμηθώ από νωρίς, κι αποφάσισαν τα οικογενειακά μου να με ξυπνήσουν. Οπότε, οποία ευκαιρία να καπνίσω ένα από τα λαθραία μου μάλμπορο, και να γράψω για τους εθισμούς, το φείσμπουκ και τη γαλλική μουσική.
  Τη συνειρμική σύνδεση μεταξύ μάλμπορο, εθισμών και φείσμπουκ την βλέπεις. Η γαλλική μουσική είναι σημείο πρόσφατης αυτοπαρατήρησης.

  Ενθυμούμαι όταν ήμουν στο πρώτο έτος (δε θα μου κάνω τη χάρη να αναπολήσω), που είχα κι εγώ σαν εναλλακτική εισαγόμενη φοιτήτρια, σελίδα στο φρέσκο τότε μαισπέις. Ωραίες εποχές. Ανεβάζαμε και κατεβάζαμε με την Χ. τραγουδάκια, ποστάραμε και ξεποστάραμε σχόλια και ανανεώναμε σε εβδομαδιαία βάση τα χόμπις και βεβαίως βεβαίως τις μουσικές στο προφίλ μας. Δεν έχω παράπονα, πολύ ζουμερή πηγή ερασιτεχνικού stalking, αρκετοί wannabe indie «Αθηναίοι» από το Πλατύ και την Παλαιοκαστρίτσα, εν ολίγοις, good times, noodle salad.

  Αλλά, μεζ αμί, ΉΜΑΣΤΑΝ ΠΡΏΤΟ ΈΤΟΣ.

  Για όνομα του Χριστού και της μαμάς του (θου κύριε), δεν πρέπει άραγε να υπάρχει ένα όριο ηλικίας σ’αυτά τα πράγματα; Ως πότε παλληκάρια θα μπαίνετε στο φείσμπουκ –γέρασε το κακόμοιρο το μαισπέις, σαν παλιά διαφήμιση της Ίον αμυγδάλου μου φαίνεται- να κάνετε αντ, ταγκ, ποστ και δε συμμαζεύεται; Και καλά να το χεις έτσι, να παίζεις κανα πόκερ και να περνάει-η-ώρα-μωρέ, αλλά να το σοβαρεύεις κι όλας; Δεν φαντάζεσαι τι κρούσματα νευρωσικών συμπερασμάτων για το έτερον ήμισι, κακεντρεχών κουτσομπολιών και μετά- λυκειακά εμφανιζόμενου ανταγωνισμού  έχω ακούσει.
  Θα το πω ειλικρινώς. Επειδή ακριβώς έχω υποπέσει στο αμάρτημα, αρνούμαι να δικαιολογήσω οποιονδήποτε πάνω από τα είκοσι πέντε έχει φέισμπουκ, και κάθεται και ανεβάζει σχόλια για τη διάθεση και τις ερωτικές παρασπονδίες του. Και επίσης, αν είσαι κάτω από είκοσι πέντε, και ανεβάζεις τραγουδάκια τύπου «σφύρηξα κι έληξες», ουστ στο privacy του σπιτιού σου. Και όχι γιατί μου χαλάς την αισθητική μου, σιγά τα ωά. Αλλά γιατί δεν μπορώ να σε πάρω στα σοβαρά, και κυρίως γιατί δεν μπορώ να αισθάνομαι αμήχανα όταν λέω ότι δεν έχω φείσμπουκ, ή ακόμη χειρότερα, να αισθάνομαι περήφανη που δεν έχω! Σιγά την επανάσταση πια!
 
  Απλώς, εκτός του ότι δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιος να εκθέτει σε τέτοιο βαθμό τα της προσωπικής του ζωής, παρότι είμαι αυτής της γενιάς, με τρομάζει που βλέπω ότι το θέμα παίρνει μια σοβαρότερη διάσταση, σιγά σιγά.
Δεν είναι πλέον παιχνίδι, ούτε μέσο, είναι ένας creepy  τρόπος να μάθω αν με απατάς, αν με αγαπάς, αν δε με παρατάς λέω εγώ.

  Αρνούμαι να το δεχτώ, και επίσης αρνούμαι να επαναστατήσω όπως προείπα, αλλά δεν μπορώ να μην ανατριχιάζω, παρά την φρεσκοαποτριχωμένη επιδερμίδα μου, κάθε φορά που σ’ ακούω να μιλάς για αυτό.

  Τα μάλμπορο μου τα έφερε ξαδέρφη εργαζόμενη σαν κρουπιέρισσα σε κρουαζιερόπλοιο, και η νικοτίνη είναι το ευαίσθητο σημείο μου. Άλλη φορά αυτά.

  Όσο για τις γαλλικές μουσικές, μα τι μου συμβαίνει τελευταία; Από Brassens μέχρι Carla Bruni, όλα τα αλέθω. Είναι σοβαρό; Εντελώς τυχαία το συνειδητοποίησα aujourdhui. Αι νιντ ε τσέιντζ οφ σίνερι, μάλλον αυτό συμβαίνει.





Πάντως το φχαριστήθηκα που πάτηξα κάνα δυο πλήκτρα σήμερα, κι ας νυστάζω αύριο τρομερά.

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

J'en ai marre

Πάλι δε γράφω, άσε με. Δεν μπορώ άμα δεν ηρεμήσουν τα πράγματα εντός εκτός κι επί τα αυτά. Όταν θα χω κουράγιο θα σκαρφιστώ κατιτίς, φτάνει με τις διαδικτυακές εξομολογήσεις. Άμα ήταν έτσι θα είχα φέισμπουκ.


Παρ' όλα αυτά, να για δες, ακουστική βερσιόν της γλυκιάς Ζαζ.
Το "ανεβάζω".



Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Αβάδιστα, άβαθα, βέβαια, αβίαστα.


Καλά, βρίθω επαγγελματικών επιλογών, και το ζώδιο μου για την εβδομάδα λέει φοβού τον ζυγό που νιώθει να απειλούνται τα οικονομικά του. Φοβού μην βάλει το κεφάλι του στη λεκάνη και τραβήξει το καζανάκι λέω εγώ.

Καριέρα νουμεγό αν (1).
Free agent (ελεύθερος επαγγελματίας επί ξύλου κρεμάμενος) εκπρόσωπος (πόρτα πόρτα πλασιέ) επώνυμης τηλεφωνικής εταιρείας (χαίρε φίλε Κόκκαλη), με ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης (πληρωμή βάσει απόδοσης, μισθός γιοκ). Δηλαδής, δούλεψε ροδακινάκι ένα εννιάωρο τουλάχιστον τη μέρα, μέχρι να κάνεις καμιά αίτηση μπας και πληρωθείς κανένα ψιλό και πληρώσεις και τα ΔΕΚΟ επιτέλους, και από τον επόμενο μήνα κάνεις αποταμίευση για καφέδες. Εν τω μεταξύ ξύπνα μωρό μου κάθε μέρα στις οκτώ (ψόφα πούστη Κόκκαλη), και ντύσου και βάψου σαν τραπεζοϋπάλληλος διότι έχομεν και ένα επαγγελματικό προφίλ σαν εταιρεία. Φυσικά 40% παρακράτηση που θα σου επιστραφεί πέντε μηνάκια μετά. Αχ θα κάνω φόνο.

Καρίερα νουμεγό ντε (2).
Διανομή φυλλαδίων σε κεντρικά σημεία της πόλης, part time ωράριο. Θα το μεταφράσω: κουβάλησε χρυσσσή μου (έτσι Λαζοπουλικά) εξακόσια φυλλαδιάκια στην ραχοκοκκαλιά σου, και ξεχύνους (Πλωμαρίτικα τώρα) σε ό, τι πολυκατοικία χτίστηκε με γαμώ αντιπαροχή επί δεν ξέρω ποια κυβέρνηση, και χτύπα ένα ένα τα κουδουνάκια να τα μοιράσεις για ένα τετράωρο κάθε πρωί. Και εντάξει, δε λέω, καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, αλλά πρόσεξέ με, αυτό για δεκαπέντε ευρώ. Όχι, όχι την ώρα ματάκια μου, το τετράωρο! Θα μου στρίψει.

Καριέρα νουμεγό τγουά (3).
Εκπρόσωπος πωλήσεων για επώνυμη τράπεζα. Να μην το κουράσω, παίρνε τηλεφωνάκια όλη μέρα και ψήσε τον κόσμο ότι η έξοδος από την οικονομική κρίση είναι οι πιστωτικές κάρτες (άκου τώρα), και να σου πάλι τα πριμ και τα μπόνους, και κούνα το μανδίλι σου σε ό, τι αξιοπρέπεια δεν σκουπίζει το πάτωμα.

Δεν φτάνει που είμαι σασί, έχουμε και την αξιοπρέπειά μας, κατάλαβες; Γιατί ο παππούς Θόδωρος έτσι έμαθε την εγγονή του, τσακάλι να είσαι και να μην ακούς κανέναν, κατουρημένες ποδιές δεν φιλάμε εμείς. Τώρα πες, φταίω εγώ να του πω, παππού, μου τελειώνουν τα τσιγάρα παππουυύ! Γερνάω μαμά και τέτοια.
 

Θα ανάψω ένα κερί ίσαμε το μπόι μου άμα τα καταφέρω μέχρι Ιανουάριο και έπειτα, μην τον είδατε, σαλπάρω για Νέδερλαντς και πολύ hardcore κλινική ψυχολογία.



Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

κοσμοπλημμύρα

Μαγειρεύω χοιρινό με πορτοκάλι και πορτοκαλί πιπεριές.
Είναι από αυτές τις Κυριακές.
Υπάρχει μια περίπτωση το φαγητό να μην τρώγεται, αλλά θα το φάω. Ακούω Κόσμος, και μετά από πολύ καιρό δεν φοβάμαι ότι θα βάλω τα κλάματα.

Λοιπόν, έκοψα το κρέας σε κομματάκια, τσιγάρισα κρεμμύδι, έριξα τις πιπεριές και έβαλα το καπάκι στην κατσαρόλα. Και επειδή τα πορτοκάλια που έφερε η Μ. από Θεσσαλονίκη θα σαπίσουν μέχρι να τα φάω, μαγάρισα ένα και το έριξα κι αυτό παρέα. Τώρα τα κοιτάω και θυμάμαι τις παέγιες στην Ισπανία.

Πρώτος μήνας εκεί, ψοφόκρυο στα μέρη μου και καμία διάθεση να κάνω τίποτα. Με τα χίλια ζόρια μπανιαρίστηκα και βγήκα να αδράξω τη νύχτα και τέτοια. Και τα ξημερώματα που με είχαν κάνει τα diabolo verde λιάρδα, βρίσκει ο Ζορζ ευκαιρία και με ορκίζει να μαζέψω τα μπογαλάκια μου την επομένη και να τον συνοδέψω στο καρναβάλι της Cadiz

Τελικά φτάνουμε χαράματα, και βουαλά.
Φοβερή και τρομερή ζέστη στο Νότο, ο Ατλαντικός στα πόδια μας.. Για κάποιον τόσο αγεωγράφητο όσο εγώ, ήταν μια αποκάλυψη: δεν είχα ιδέα ότι ένα κομμάτι της Ισπανίας βρέχεται από τον Ατλαντικό, ότι το Γιβραλτάρ δεν είναι στην Αμερική, και η Casablanca δεν είναι στην Ιταλία. Μαγικό. 

Γυρίσαμε τον Ισπανικό νότο με ό, τι λεφτάκια είχε ο καθένας. Φυσικά την Τρίτη νύχτα, στο ζενίθ του καρναβαλιού, μου έκλεψαν κινητό και πορτοφόλι, κι έτσι κατάφερα να φτάσω μόνο μέχρι Γιβραλτάρ. Μετά αντίο στα παιδιά που συνέχισαν για Malaga και πίσω στην Cadiz και στον γλυκύτατο Αυστραλό, που μου έφερνε τη νύχτα κουβέρτες στην ταράτσα του hostel και με σκέπαζε να μην κρυώνω. 

Απείλησε να δείρει τον κακό που με στεναχώρησε και τους βλάκες που με έκλεψαν, να με συντηρεί με τις μαριονέτες του και να γυρίσουμε παρέα κι άλλα μέρη.
Και γω πήρα το λεωφορειάκι μου και γύρισα Salamanca.

Τώρα σκέφτομαι τι καλά που θα ήταν να γυρίσω πίσω, και να πω στον Αυστραλό μου ότι πάλι με στεναχώρησε ο βλάκας, να πιούμε πάλι από την ώρα που καίει ο ήλιος, το βράδυ να χαθούμε στον κόσμο και το πρωί να μην φύγω.




Το φαγητό είναι ερασιτεχνικά πεντανόστημο τελικά, και το κόσμος παίζει Baobab που πολύ μ' αρέσουν.




Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Όφις και κρίνο


Πέρα από ένα γερό γερό πονοκέφαλο που έφυγε τελικά με μια σεσιόν ρέικι από φίλο ταξιδευτή, μου έμεινε από τα του σαββατοκύριακου και μια  αιχμηρή αυτό-συνειδητότητα.

Στρίβω τσιγάρο και εξηγούμαι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια και γω να καταλάβω.

  Μου συζήταγε κάποιος πονεμένος συντοπίτης σε περασμένο χρόνο πόσο μεγάλο βάσανο είναι να επιστρέφεις στον τόπο σου μετά από καιρό -όπως εννοεί ο καθένας τον καιρό- και να βλέπεις πάλι τον εαυτό σου μικρό. Και νιώθεις τότε ίσως σαν να απατάς εσένα με εκείνο που τώρα είσαι, και ακόμη χειρότερα, με αυτό που βλέπεις να γίνεσαι. Αναγκάζεται κανείς να δει τί μεσολάβησε σ' αυτό το διάστημα που δεν ήταν παρών, πώς έφτασε και πού έφτασε. Δεν μιλάω για καριέρες και οικογένειες, αλλά για αυτή την παιδικότητα, την ουράνια (σωστά!) εφηβική σοφία, που σε κάνει να έχεις ένα σκοπό, ένα Τέλος.

Αναρωτιέται κανείς λοιπόν που πήγε εκείνη η έξαρση, η δημιουργική μανία και η αποδοτική τότε ακόμη μιζέρια. Και πάνω από όλα υπάρχουν οι Άλλοι, που περιμένουν πάντα κάτι να έχει συμβεί, κάπως να έχεις μεγαλώσει. Κι εσύ καμιά φορά το μόνο που εύχεσαι είναι να βρεις ένα τρόπο να πεισθείς πως είσαι ευτυχισμένος.

Θυμάμαι την Λένα Πλάτωνος στο Παλλάς, πως απήγγειλε μουντά και μακρόσυρτα, "Είμαι ευτυχισμένη. Είμαι ευτυχισμένη.", και όλοι κοιτάζονταν αμήχανα, γιατί ο τόνος και η μορφή της πρόδιδαν τέτοια πικρή ειρωνεία, τέτοια απογοήτευση, σαν κουτσουλιά στο μέτωπο.

  Βρέθηκα λοιπόν με πολλούς παραπάνω από όσους υπολόγιζα παιδικούς φίλους, σ' εκείνο το σημείο της βραδιάς που μας ζάλιζε όμορφα το αλκοόλ, τα κοινά βιώματα και φυσικά η (ψευδ)αίσθηση ότι τελούμε υπό κάποια μυστικιστική ατμόσφαιρα άπλετης ειλικρίνειας, να μοιραζόμαστε ό, τι πιο πολύ τσιμπούσε τον καθένα.
 Μέσα σε ένα περιβάλλον οικείο, νιώθοντας αυτή την αμηχανία της συνεχώς απομακρυνόμενης παιδικότητάς μου και την ματαιόδοξη ανάγκη να πεισθώ πως ναι είμαι ευτυχισμένη, έκανα να καταλάβω κάπως καλύτερα ότι το ανθρώπινο είδος -ας το θέσω έτσι- μοιράζεται την ίδια αγάπη για γερό στραπάτσο.

 Εξακολουθώ βέβαια να βλέπω πως οι συναισθηματικές του καθενός αντιδράσεις διαφέρουν σε πολύ βασικά σημεία, κυρίως για να διατηρούμε ο καθένας την (ψευδ)αίσθηση της μοναδικότητάς του. Παρόλα αυτά, η υποκειμενική τραγικότητα των λαθών του καθενός είναι η ίδια, η ένταση της ενδόμυχης απογοήτευσης τρώει με τον ίδιο τρόπο, και ο υφέρπων μελοδραματισμός εκρήγνυται σε όσο χώρο είναι διαθετημένος κανείς να του αφήσει. Λάτρεψα αυτές τις μεθυσμένες εξομολογήσεις, το ξημέρωμα που με βρήκε με ωραία παρέα, και την επόμενη μέρα που παρά τον πονοκέφαλο άκουσα με ξεδιψαστική ευχαρίστηση λίγα ακόμη μυστικά.


Στην Δ. και τον Κ., που τόσο όσο όλοι τα έχουν κάνει πουτάνα μεταξύ τους, με διονυσιακή χαρά έκανα δώρο το Όφις και Κρίνο του Καζαντζάκη, πλας αφιέρωση και ευχή για μέρες με λιγότερη… διαπλοκή.