Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

νάδα


Ανοίγω και κλείνω το word, δεν αρθρώνω λέξη.

Θα καθίσω πάνω σ’ ένα μεγάλο δέντρο, στην κορυφή του βουνού και στο κάστρο μέσα. Από κει θα κοιτάω τον κόσμο που δεν περνάει, τη ΔΕΗ που βήχει και ζέχνει στον ουρανό. Έρχεσαι;

Ο παππούς ήθελε πολύ να πάω στην εκκλησία τα Χριστούγεννα, να με καμαρώσει το χωριό που είμαι αρχοντική λέει. Η γιαγιά με στραβοκοίταξε (λερά είν’ τα παπούτσια σ’;) και μ’ έστειλε να μεταλάβω. Ο παππάς μας ξέρει όλους, μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Αμερσούδα, σώμα και αίμα Χριστού, μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού ροδάκινο, σώμα και αίμα Χριστού. Σε κοιτάει στα μάτια, σκουπίζεις το στόμα με το κόκκινο πανί, αφήνεσαι σε μια υποψία πίστης, όπως θα κανες σ’ ένα ναό.

Σκάω που δεν πήγα στους συγγενείς μου στα εξωτερικά φέτος. Εκεί δεν έχει εκκλησίες και τέτοια. Το χιόνι μου φτάνει στο γόνατο, πάμε κατά το έθιμο από σπίτι σε σπίτι για κάλαντα και πίνουμε του σκασμού. Τα παπούτσια μου γλιστράνε στον πάγο.

Το νιού γιαρς ιβ φημολογείται ότι θα το περάσω σε πάρτυ στις κατακόμβες. Ίδωμεν.


Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

μεταβλόγιν κι άλλο

Ο κόσμος καίγεται κι εγώ τα δικά μου. Καίγεται ο κόσμος;
Να, διάβασα ένα ωραίο του Old boy, και με είδα, εκτός τόπου και χρόνου.


http://old-boy.blogspot.com/2010/12/blog-post_16.html

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Μετακομίσαμε παραπλεύρως


Προσωρινά, πίσω στο νησί. 
Δεν μου αρέσει εδώ, και ποτέ δεν μου άρεσε. Όμως, παρά την αντιπάθειά μου για τον τόπο και τους ανθρώπους του, παρά την επιμονή καλών φίλων να μου θυμίζουν το επικείμενο φευγιό μου και πόσο σημαίνει αυτό μια αλλαγή πορείας για όλους, παρά τις αναμνήσεις καλού σεξ και δροσερής θάλασσας, εγώ δεν μελαγχολώ. Δεν το σηκώνω άλλο φαίνεται. Νιώθω ευχάριστα ήρεμη, η αδυναμία μου στη Nina Simone και ο γαλλικός καφές συνδυάζονται κούκλα.


                                                  για την ιστορία του πράγματος



Μέχρι την πρώτη δημοτικού μέναμε στην Κυψέλη. Η μαμά έφτιαχνε ρούχα από σεντόνια, στις βόλτες μοιραζόμασταν κόκα κόλα  και πασατέμπο.

Μετακομίσαμε στην δευτέρα δημοτικού στο Φιλοπάππου, ο μπαμπάς δούλευε στα πετρέλαια, πηγαίναμε σαββατοκύριακα στην Ύδρα, είχαμε ένα γάτο Λεωνίδα και ένα σκύλο Έκτορα.

Όταν τελείωσα την Δευτέρα γυμνασίου τα πακετάραμε και πήγαμε στο Νησί. Τρίτη Γυμνασίου και πρώτη λυκείου στο σπίτι στο χωριό, μετά στο Πληγώνι απέναντι από την κυρία Σαπφώ, μετά στο στριμόκωλο Βουναράκι, κι όταν τελείωσα το σχολείο αγοράσαμε σπίτι κεντρικό κι αρχοντικό, όπου εγώ δεν έμεινα γιατί έφυγα Αθήνα.

Πρώτο και δεύτερο έτος μέναμε Καλλιθέα, εγώ και η Χ. Απίστευτα αγαπημένη εποχή, πολύ μαυροδάφνη, ωραία αγόρια ανόητα, άκουγα Λάκη Παπαδόπουλο και η Χ. Libertines, κι όμως τα πηγαίναμε περίφημα.

Μετά εκείνη πήγε Σκωτία και γώ Πετράλωνα. Ένα σπίτι κουκλί, έλεγα «θέλω να βλέπω ουρανό», κι έτσι έμεινα στον πέμπτο, μ’ ένα μπαλκόνι τεράστιο. Σκαρφαλώναμε στο δώμα και πιάναμε Ακρόπολη, τον αγαπούσα αθώα, καθόμασταν ανάμεσα στις γλάστρες με την Ε. και μιλούσαμε ώρες.

Στο τέταρτο έτος πήρα τα μπογαλάκια μου και τα πήγα Αγία Παρασκευή, στο σπίτι της Ν., γιατί θα έφευγα στας Ισπανίας και να μην πληρώνω νοίκι. Ένα εξάμηνο στη Ρούμελης, κι ένα στην Avenida Portugal.

Κι όταν γύρισα, εγώ ήθελα κέντρο και η Ν. ήθελε ησυχία, οπότε νοίκιασα το μικρούλι στα Εξάρχεια, για να βλέπω ωραία αρχοντικά και να πηγαίνω παντού με τα πόδια.

Και να μαι, τα έφερα όλα στο Νησί, και θα τα μαζέψω από δω να τα πάω Νέδερλαντς, για πόσο;

Έχω συνηθίσει αυτό το πήγαινε έλα, αναρωτιέμαι μήπως κατά βάθος μ’αρέσει. Θα μου λείψουν, αλλά δεν έχω πια χώρο για μεγάλα λόγια και δυνατές συγκινήσεις, δεν ξέρω γιατί. Μόνο λίγο έκλαψα όταν η Ν. μου ζήτησε συγνώμη, όταν βρήκα την μπλούζα του στα πάνω ντουλάπια, και όταν άνοιξα τις κούτες πίσω στο «πατρικό»  μου. Λίγο όμως.



Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

ω αναδημοσίευση

από τον κο Δήμου στη χαζο λάιφο, με τίτλο "Σκοτώστε τον Δήμου":


Την περασμένη εβδομάδα σε πολλά μπλογκ κυκλοφόρησε ένα κείμενο (νομίζω πως ξεκίνησε από το «Βαρόμετρο») με τίτλο «Σκότωσε τον Νίκο Δήμου που κρύβεις μέσα σου!». Ξεκινούσε ως εξής:

«Παλιά που έπαιρνα το "RAM", μου έκανε εντύπωση η στήλη του Νίκου Δήμου. Ο συγκεκριμένος αρθρογράφος, λοιπόν, τα έβαζε συνεχώς με το κράτος και τους δημόσιους υπαλλήλους (ίσως το πιο αγαπημένο του topic), με τους εργαζομένους εταιρειών και καταστημάτων, με την ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών, που δεν τον κάλυπταν ποτέ και με καμιά Παναγία. ΚΑΝΕΝΑΣ και ΤΙΠΟΤΑ δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τον Νίκο Δήμου.

Βλέπεις, ο φιλελεύθερος αστός δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Τα θέλει όλα τέλεια, όπως το τέλειο τίποτα που έχει πλάσει στο μυαλό του».

Το κείμενο συνέχιζε με δριμεία κριτική προς την «απεχθέστατη τάξη των νοικοκυραίων».

Όπως τα μπλογκ αναπαράγονται και αντιγράφονται, η ανάρτηση διαδόθηκε και μου ήρθαν πολλές διευθύνσεις από γνωστούς και φίλους.

Ομολογώ πως κολακεύτηκα. Πρέπει να είμαι σημαντικός για να γίνομαι τίτλος και σύμβολο μίας ολόκληρης τάξης (έστω και απεχθούς για μερικούς).

Σε δεύτερη σκέψη όμως τρόμαξα. Όχι - δεν φοβήθηκα για τη ζωή μου. Τρόμαξα γιατί κατάλαβα πως αυτή η λογική είναι που μας οδήγησε στην κρίση και τη χρεοκοπία. Η «απεχθέστατη τάξη των νοικοκυραίων» (δηλαδή των αστών - που τόσο θαύμαζε ο Μαρξ) ήταν παραγωγική, δημιουργική, κρατούσε σωστούς λογαριασμούς, δεν άπλωνε τα πόδια έξω από το πάπλωμα. Είχε κανόνες και αξίες που τις ακυρώσαμε χωρίς να τις αντικαταστήσουμε.

Αυτό που μας συνέβη είναι ακριβώς πως σκοτώσαμε τον Δήμου μέσα μας. Το έχουμε κάνει από καιρό. Δηλαδή σκοτώσαμε την απαίτηση για ποιότητα, αποτελεσματικότητα, ικανότητα και εντιμότητα. Συμβιβαστήκαμε με τη μετριότητα, την αναξιοκρατία, τη λούφα - αλλά και τη δοσοληψία, τη διαπλοκή, τη διαφθορά. Και φτάσαμε στον πάτο.

Χωρίς να το καταλάβει, ο ανώνυμος συγγραφέας του ιστολογίου είπε μία τεράστια αλήθεια - μόνο που ήταν αντίστροφη! Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη ανάλυση για την κατάντια μας...

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

my baby she looks so fine



  Τέταρτη μέρα στη σειρά το χαλασμένο ρολόι στα ενδότερα μου με ξυπνάει αναίτια από τις επτά και μισή.


  Μεγάλη βραδιά χθες. Πήγαμε, παράταιρη παρέα, στα εγκαίνια της έκθεσης Rooms 2010 στο St George Lycabettus, όπου «είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε μία από τις πλέον δημοφιλείς εκθέσεις σύγχρονης τέχνης».

  Ο Κ. πολύ σιχτιρίστικε αλλά το καμουφλάριζε αναπάντεχα ευχάριστα σε ένα συνεχές χόχοτο, η δεσποινίς Miranda ζητούσε συνεχώς συγνώμη που μας «κουβάλησε», η Κ. ψηλόλιγνη και σικ βρήκε παλιό γνωστό παλιού γνωστού, και η Μ. ξεχώριζε σχεδόν επαναστατικά μέσα σ΄αυτό το μάζωμα σελέμπριτιζ και παρατρεχάμενων, με τα μπογαλάκια της να κρέμονται από το παλτό της σαν γλόμποι σε δέντρο. Εγώ ένιωσα ένα μικρομεσαίο ντισκόμφορτ γιατί ήμασταν πατείς με πατώ σε εκεί μέσα, το οποίο κορυφώθηκε όταν ο άνωθεν παλιός γνωστός παλιού γνωστού με ρώτησε με φυσικότητα «που είναι ο Γ.» και μετά βίας κρατήθηκα να μη ξεσπάσω πάνω του με ένα μεγαλειώδες «έχουμε χωρίσει βρε παπάρα.». Που τι φταίει το παιδί δηλαδής; Απλά να, δεν τα μπορώ αυτά τα της Αθήνας, που ξεμυτίζεις και είναι όλη η αφρόκρεμα μη χέσω μαζεμένη, και δωστου οι χαιρετούρες, και να σου τα φιλικά τσουγκρίσματα.


  Η έκθεση λοιπόν ήτο μπούρδα, αλλά δεν εξεπλάγην κι όλας. Υπάρχει τέτοια πίεση να γίνουμε κι εμείς μητρόπολη, να αναδυθούμε μέσα από την κρίση προτάσσοντας τους νέους και δη του νέους καλλιτέχνες, να εκμοντερνιστούμε βρε αδερφέ- κάτω στους κλασικούς, ζήτω οι περφόρμανς, το DIY, το Βερολίνο, το μουστάκι- που έχει επέλθει μια κάποια σύγχυση. Διότι σου λέει, για να κάνω έκθεση, πρέπει να είμαι μονδέρνος, και δια να είμαι μονδέρνος, πρέπει να κάνω εγκαταστάσεις, και άματις και κάνω τις εγκαταστάσεις, κάνε Θέ μου να πουν ότι αυτή η ζουληγμένη ντομάτα στο άσπρο σεντόνι σόκαρε την ελληνική πραγματικότητα μιλώντας για πρώτη φορά ξεκάθαρα για την επαρχία του 60, την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, και την πρώτη νύχτα του γάμου. Λέω εγώ τώρα γιατί τέτοιο- ακριβώς- έκθεμα δεν υπήρχε. Η αλήθεια να λέγεται.

  Αλλά το ζουμί, ήταν στον κόσμο. Ω ναι, ο κόσμος. Όπως εύστοχα το έθεσε η Miranda, «βάζω και τον εαυτό μου μέσα, τόσα ψώνια μαζεμένα δεν έχω ξαναδεί!».

   Έχουμε που λες δει ό, τι ήταν για να δούμε, αποφεύγω και τον ανόητο παλιό γνωστό παλιού γνωστού, και ανεβαίνουμε με τον Κ. στη «δεξίωση». Αα, εδώ είμαστε λέω, τσάμπα αλκοόλ και έκτακτη θέα από τον έκτο του κτηρίου (παρήχηση). Κερασάκι, τσουπ, κι ο φίλτατος Τζούμας που τελευταία φαίνεται πως είναι παντού. Εδώ να προσθέσω ότι λίγο με απογοήτευσε γιατί φορούσε τα ίδια παπούτσια, αν όχι και το ίδιο σακάκι. Ας είναι.
Με τα πολλά στραγιζόμαστε και βρίσκουμε ένα μέτρο να ξεκουράσουμε τα θεσπέσια κορμιά μας, βγάζω εγώ τον Craven μου απτόητη, και απολαμβάνουμε το πήγαινε έλα του λαουτζίκου. Δίπλα μου καθόταν μια κοπέλα με φρύδι Φρίντα Κάλο (όχι δεν υπερβάλλω), κατά τα άλλα εξόψεως πολύ προσιτή.

  Στην γωνία τώρα, απέναντί μας, κάθεται στο επίκεντρο μιας παρέας ένα κύριος περί τα εξήντα, που κατά πως φαίνεται είναι πολύ φέιμους, γιατί τον έχει χαιρετήσει όλη η επικράτεια, συν ότι έχει αναλάβει μια συνομήλικη του να τον φωτογραφίζει μέσω άι φόουν με κόσμο πολύ. Αφού κανείς μας δεν ήξερε ποίος ήταν ο κύριος, παίρνω εγώ πρωτοβουλία να ρωτήσω τη Φρίντα δίπλα. Φευ! Μπορεί να ήταν ντυμένη με πολιτικά, αλλά ήταν δική τους, ο βρωμοσπιούνος.

-          Με συγχωρείς, να σε ρωτήσω κάτι; Ποιος είναι ο κύριος στη γωνία;
-          Ποιος απ’ όλους;

Ένας ήταν, αλλά δεν το βάζω κάτω και της απαντώ μισό αστειευόμενη

-          Ο γηραιότερος!
-          Ο Ιγκόρ...
-          Και ποιος είναι;
-          Ζωγράφος…

  Και εκεί που λέω, «ουπς» αλλά μου το συγχωρώ γιατί όπως έχω πει πολλάκις, είμαι χαριτωμένη, τον ακούω το θάμνο να μεταφέρει τη συνομιλία στον διπλανό της, με τη γνωστή έκφραση ω μον ντιέ. Τς τς. Το κλίμα το έσωσε και πάλι η Miranda που είχε έρθει εν τω μεταξύ, ρωτώντας σαρκαστικά, «ο Στραβίνσκυ;»


Μουαχαχά.