Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Η δυστυχία του να είσαι Έλλην



Σε όλα τα μάστερ ψυχολογίας του Λάιντεν, είμαστε με βεβαιότητα περί τους είκοσι Έλληνες, το ένα πέμπτο των φοιτητών δηλαδή. Είδα τρεις συμφοιτήτριές μου από το Πάντειο- μία εκ των οποίων είχε το θράσος να με χαιρετήσει περιχαρής και ετοιμοπόλεμη. Και λέω θράσος γιατί ήταν από αυτά τα γλυφτρόνια που κάθονται πρώτο τραπέζι πίστα και ρωτάνε τα αυτονόητα, ύφος σνομπ ιδιοφυΐας με αυτοπεποίθηση διδάκτορος.

Στο δικό μου μάστερ δε, είμαστε γύρω στους οκτώ. Το θέμα είναι ότι  θαρρώ πως οι Έλληνες του εξωτερικού έχουν αυτή την τάση να συναθροίζονται και να αυτό αποκλείονται από άλλες κουλτούρες. Είμασταν συνολικά  διακόσια περίπου άτομα, new kids on the block, από μέρη που ακούγονταν έξω πλανητικά, σε ένα χώρο με πολύ φρι μπύρα, και αντί να αναμειχθούν με το πλήθος βρε αδερφέ, σχημάτισαν μια ομαδούλα και πήγαν "για ποτάκι". Φυσικά όταν αποφάνθηκα ότι θα προτιμούσα να καθίσω με τους υπόλοιπους, αυτομάτως εισέπραξα κάμποσες λοξές ματιές, λες και λιποτακτούσα, ή αρνιόμουν να εκπροσωπήσω τα πάτρια εδάφη στο εξωτερικό.

Τα ίδια αστεία, η ίδια νοοτροπία που μου φαίνεται συγκριτικά τόσο άκαμπτη. Το θέμα είναι βέβαια, ότι κατά πάσα πιθανότητα πρέπει να είσαι Έλληνας για να καταλάβεις τη στενότητα της οπτικής μερικών. Στις λίγες συναναστροφές τους με τους ξένους είναι συνήθως ανοιχτοί και πρόσχαροι, μεταφέρουν έντεχνα το στερεότυπο που μας θέλει «μεσογειακούς» και φιλόξενους, χορευταράδες και καλοφαγάδες. Και όταν γυρίσουν την πλάτη αναζητάνε συντοπίτη για να φτυαρίσουν ανενόχλητοι. Παπούτσι από τον τόπο σου.

Από την άλλη όχθη, μεταφέρω μερικά διαμαντάκια που άκουσα.

Ένα χαρακτηριστικό Αμερικανοκόριτσο, μου έλεγε ότι ήρθε στην Ολλανδία με ανταλλαγή, γιατί ήθελε ένα μέρος στην Ευρώπη που να μιλάνε Αγγλικά. Και μετά, μ’ αυτό το βλέμμα το γυάλινο που αναρωτιέται αν φοράμε ακόμα τσαρούχια και βράκες, μου λέει, «στην Ελλάδα δεν μιλάει ο κόσμος Αγγλικά ε;». Λίγο μετά μου δήλωσε πως στο Αμέρικα όλοι έχουν από ένα αυτοκίνητο, γιατί αν δεν έχεις και χρησιμοποιείς τα μέσα μαζικής μεταφοράς είσαι lower class. Η πλήρης άγνοια, μου ήρθε να την κουρέψω γουλί.

Με ρωτάνε αρκετά συχνά για την κρίση, με βλέμμα πονετικό. Μια κοπέλα μου μετέφερε ένα περιστατικό, που ένα Έλληνας ήταν με μια ομάδα παιδιών σε ένα εστιατόριο, και όταν η δική του παραγγελία ήταν η τελευταία που έφτασε στο τραπέζι, κάποιος είπε αστειευόμενος πως «του Έλληνα του το φέρνουν τελευταίο γιατί δεν έχει να πληρώσει».

Υπάρχουν μερικοί που νομίζουν ότι οι Έλληνες είναι μουσουλμάνοι.

Από τη "Δυστυχία του να είσαι Έλλην" του Νίκου Δήμου:

Η υπερβολή δεν είναι μόνο εθνικό ελάττωμα. Είναι τρόπος ζωής των Ελλήνων. Είναι η συνισταμένη του εθνικού τους χαρακτήρα. Είναι η βασική αιτία της δυστυχίας τους αλλά και η μεγάλη τους δόξα. Γιατί στο αυτοσυναίσθημα, η υπερβολή λέγεται λεβεντιά.
Άλλος μύθος: Οι Έλληνες σαν εκλεκτός λαός. Ο μύθος της καπατσοσύνης. Και ο αντι-μύθος του κουτόφραγκου. Κάποιος πρέπει να γράψει κάποτε το παράξενο ρομάντζο της ελληνικής ξενολατρίας και ξενοφοβίας.

Ο απότομα αστικοποιηθείς βλάχος είναι το πιο λυπηρό ζώο στην Ελλάδα. Η ζωή του έχει τελείως εκφυλιστεί. Έχασε όλο το παραδοσιακό πατριαρχικό μεγαλείο, χωρίς να αποκτήσει τίποτα στη θέση του. Ούτε είχε η ελληνική αστική τάξη σημαντική παράδοση να του την προσφέρει, αλλά και αν είχε, δεν ήταν δυνατό μερικές χιλιάδες αστοί, να αφομοιώσουν μερικά εκατομμύρια βλάχους σε μία γενιά.

Ενώ οι μισοί Έλληνες προσπαθούν να μεταμορφώσουν την Ελλάδα σε ξένη χώρα, οι άλλοι μισοί ξενιτεύονται. Είμαστε μία από τις λίγες χώρες που έχει περισσότερους μετανάστες και πρόσφυγες από κατοίκους.

Διανοούμενος είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί (συνήθως μάταια) να κάνει τις ιδέες του πράξη. Ο Έλληνας διανοούμενος είναι αυτός που προσπαθεί να βρει ιδέες για να δικαιολογήσει τις πράξεις του.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Deli vorias

Το καλό που μου θέλω να φταίει η περίοδος που έβαλα τα κλάματα με Δεληβοριά.
 Αν είναι δυνατόν.


Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Σασί


Ψες μου μάθανε πόκερ. Απλό. Τα βλέπω, ποντάρω, κουλ.
Σήμερα το λοιπόν, μαζευτήκαμε να παίξουμε πέντε άτομα με μάρκες. Είχα καλό χέρι, είχα και την τύχη και την άγνοια του πρωτάρη, όλα καλά. Εκεί που με μισούσε το τραπέζι γιατί έκανα πυργάκια με τις μάρκες, μοιράζει o Risky, και έχω δύο Άσσους. Εδώ είμαστε λέω, ήμουνα και μπιγκ μπλάιντ, ποντάρω, περιμένω. Στο δεύτερο γύρο, φολντ η Ρεμπέκα, οι άλλοι δύο είχανε χάσει, οπότε μένω εγώ κι ο καγκουρομαστούρης που λέγαμε.

Δύο άσσους εγώ στο χέρι, δύο δεκάρια στο τραπέζι, καλά είμαστε λέω. Raise αυτός call εγώ. Όταν πέφτει και το τελευταίο χαρτί, μου λέει ο τύπος, all in. Επειδή το παπαράκι μπλόφαρε συνέχεια, και επιπλέον τα είχε ήδη χάσει όλα μια φορά και ξαναμπήκε, λύσσαξε κι ο ντίλερ να φωνάζει raise και raise, δε γαμιέται λέω, όλα μέσα.

Full house το παπαράκι.

Και νευρίασα. Νευρίασα γιατί όλο έτσι κάνω, και δε μιλάω για το πόκερ. Προσέχω προσέχω και κάποια στιγμή ενώ χιλιάδες καμπανάκια στο κεφάλι μου χτυπάνε υστερικά, τα ποντάρω όλα και μένω πάντα σασί. Ενώ το ξέρω ότι θα φάω τα μούτρα μου, ενώ είναι μαθηματικά αποδεδειγμένο ότι δεν πρέπει να το κάνω, είναι λες και πέφτει το ανοσοποιητικό μου και μαζί ό, τι συναισθηματική άμυνα έχω, και θέλω απλώς να το κάνω, όχι τόσο γιατί το θέλω όσο γιατί ξέρω ότι είναι λάθος.


Και τι να κάνεις, να μη τα ποντάρεις όλα; Θέλω να τα ποντάρω όλα γιατί θέλω να τα μαζέψω όλα. Ή του ύψους ή του βάθους λοιπόν;  

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

White Widow


Δεν θα ξανακαπνίσω τίποτα πράσινο ποτέ, ποτέ ποτέ.

Στις τρεις τζούρες ήθελα να σκάσω στα γέλια. Αλλά το παιδί που με συνόδευε, μη χέσω, ένας καγκουροτύπος μαστούρης, δεν κατάλαβε Χριστό, ένεκα που στο Λίβερπουλ έπινε ολημερίς, οπότε δε μου έδινε σημασία καμία.

Στην τέταρτη τζούρα άρχισα να αισθάνομαι ένα πνίξιμο ελαφρύ, και από κει και πέρα παρανόησα εντελώς. Μάταια προσπαθούσα να σκέφτομαι ότι παίζω στο fear and loathing in las vegas. Δεν έβλεπα τον απέναντι και δεν ήμουνα σίγουρη αν είναι από τη μαστούρα ή από τον καπνό στο μαγαζί, δεν άκουγα τίποτα, ή μάλλον τα άκουγα όλα σαν να βρίσκομαι μέσα σε κατσαρόλα με κλειστό το καπάκι, έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια μου και δεν μπορούσα να το ελέγξω, αισθανόμουν ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω, ότι πνίγομαι με το σάλιο μου, ότι δε θα μπορέσω ποτέ να σηκωθώ από την καρέκλα, πόσο μάλλον να περπατήσω μέχρι το σπίτι, ότι ο τύπος θα σηκωθεί και θα με παρατήσει και θα με βρει το ξημέρωμα στα γραφικά χαντάκια του Leiden, ότι πεινάω τόσο που το στομάχι μου έβγαινε από λαιμό μου, ότι δεν έχω στόμα και πρέπει να ουρλιάξω (βιβλίο), και μετά κολλούσε το κεφάλι μου σε μια πρόταση που την πρόφερα νοητά ξανά και ξανά, και όλη την ώρα προσπαθούσα απλώς να μη λιποθυμήσω και να μην σκέφτομαι, καταλήγοντας να λέω συνέχεια «μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι, μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι, μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι, μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι.»

 Ο τύπος εν τω μεταξύ να μη βγάζει άχνα, ό, τι και να του λέω να με κοιτάει σαν τηγανίτα, τόσο που σκέφτηκα να του την πέσω μπας και μιλήσει. Τι να λέω αστεία,  τίποτα αυτός. Τι να τον ρωτάω «αν έχει αδέρφια», τίποτα αυτός. Τι να λέω δεν είμαι καλά, μήπως να φεύγαμε, ριλάξ να μου λέει αυτός. Μετά δεν θυμόμουνα πoιο λεωφορείο πάει σπίτι, δεν μπορούσα να σταθώ όρθια, δεν κατάφερνα να βγάλω τα κλειδιά από την τσάντα. Τον παράτησα κάτω, έφαγα ένα τεράστιο κεικ με τα χέρια, και κοιμήθηκα για πέντε ώρες συνεχόμενες.

Ξύπνησα φυσικά με μαύρους κύκλους και διάρροια!

Γαμώ το καλό το Ολλανδικό, τη μπύρα που ήπια, τον τύπο που με ένα δίφυλλο  και κάτι ψιλά δεν κατάλαβε χριστό, δε μου έχει ξανασυμβεί ποτέ τέτοιο πράγμα.

Θυμήθηκα τη Ν. που με πήρε κάποτε μέσα στη νύχτα πανικόβλητη, να πάω να τη μαζέψω από το σύνταγμα. Έβλεπε λέει τον Ν. σαν να ήταν ο μπάτμαν ή ο σούπερμαν, νόμιζε πως όλοι μιλούσαν άλλη γλώσσα και πως την κυνήγαγαν από το Ματριξ. Παράνοια. Το τι δούλεμα της είχα ρίξει δε λέγεται.

Κατόπιν εορτής, μπαρδόν.


Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

θέλω θέλω

Δεν βρίσκω ποδήλατο κυρίες και κύριοι, δεν βρίσκω ποδήλατο.

Γύρισα ό, τι υπήρχε σε fiets-ο-πωλείο και τίποτες. Με πενήντα ευρά ένα ανδρικό, που δε θέλω να σκέφτομαι τι θα συμβεί στα lady parts μου έτσι και γλιστρήσω και μπατάρω με το όχημα, ένα σαραβαλάκι για νάνους που όπως είπε και ο κύριος που τα πουλάει «χο χο, ιτς νοτ βε μπίγκες γουαν!» με εβδομήντα πέντε ευρά, και πάμε ανεβαίνοντας από τα εκατόν πενήντα σε κάτι πολύ όμορφα μεν, αλλά. Και δεν είναι μόνο το ποδήλατο, θες και κλειδαριά καλή γιατί τα κλέβουν αβέρτα, θες και φωτάκι μπρος πίσω που πολλά μεταχειρισμένα δεν έχουν, θες και καλαθάκι ή τσαντούλες για να κουβαλάς τα διάφορα, πφ!

Είμαι να σκάσω. Θα πάω και αύριο, μου είπε ότι θα του φέρουν κι άλλα. Όλοι έχουν το ποδηλατάκι τους εδώ, ποδήλατα σε όλα τα σχήματα και τα χρώματα, σαράβαλα, ρετρό, σπορτίφ, κοριτσίστικα με λουλουδάκια και κουδουνάκια, μασίφ ανδρικά, δείξε μου το ποδήλατό σου να σου πώ ποιος είσαι.

Από αύριο με βλέπω να το κόβω με τα πόδια, γιατί έχω ξεπαραδιαστεί στα λεωφορεία πήγαινε έλα με δύο ευρώ τη διαδρομή.



* θέλω θέλω, πέντε έξι μπιφτέκια, μεγάλα σαν πίτσες, χοντρά σαν τσουρέκια, θέλω θέλω θέελωω:

Ο Γαργαλιστής, για το φίλο μου που του αρέσουν τα παραμύθια.


Con mi dedo hago el fuego

Όταν είπα στην Ε. πόσο φυσικά γίνονται τα πράγματα εδώ, και πόσο με ενθουσιάζει που αισθάνομαι “in largul meu” που λένε οι Ρουμάνοι, δηλαδή “στο εύρος μου” υποθέτω, στον τόπο μου, σε αντίθεση με την προηγούμενη παραμονή μου στα εξωτερικά, μου είπε ότι εγώ έχω αλλάξει, και δεν έχει να κάνει με το μέρος.

Είναι λοιπόν η ευτυχία προσωπική επιλογή; Αποφάσισα να είμαι ικανοποιημένη με αυτά που έχω, ή έχω αυτά που με ικανοποιούν; Σίγουρα υπάρχει αντικειμενικά μια ομορφιά, στο καινούριο, στην πολυπόθητη προοπτική μέλλοντος κυρίως, αλλά μήπως δεν υπάρχει παντού η ίδια ομορφιά; Πού είναι όλα πια τόσο γνώριμα και μίζερα, και πού δεν μπορείς τάχα να βρεις ένα δρομάκι; Θα μου πεις, σε αλλουνού τον κώλο εκατό ραβδιές.

Μα δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος παντού; Γιατί έχω αυτή την ανάγκη να μετακινούμαι σαν παλαβό από δω κι από κεί, ευχόμενη να κουμπώσω κάπου; Ίσως ζαλίζομαι τόσο με τους έρωτες γιατί μόνο έτσι νιώθω να ανήκω κάπου.

Όταν μ’ αγαπάει κάποιος άλογα, χωρίς απορίες, από ανάγκη, μόνο τότε.

Τα Χριστούγεννα στο Νησί μας ρώτησε όλους η Σιλβίν τι είναι για μας η κόλαση. Σκέφτηκα αυτό το “Οι άλλοι είναι η κόλαση”. Είναι φορές που τρελαίνομαι από το πόσο τους έχω ανάγκη. Σε ένα σχόλιο εδώ, σε ένα γειά στο δρόμο, σε ένα όμορφο βράδυ.

Στη σχολή ανακάλυψα ότι χωρίς τους άλλους δεν υπάρχει μνήμη. Οι αναμνήσεις εξυπηρετούν στην συναναστροφή, ή στην απομόνωση ακόμη- αλλά πάντως υπάρχουν μόνο συσχετιστικά.

Σήμερα ποδηλάτες αστυνομικοί έγραψαν έναν νεαρό- οφθαλμόλουτρο γιατί δεν είχε φως στο ποδήλατο. Είναι να μην μειδιείς έστω;




Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Μίλα μου


Μετά από απουσία μακρά, επανέρχομαι.


Δεν καταλαβαίνω κιχ από τη ομιλούμενη Ολλανδική, τόσο που σήμερα περιπατούσαν πίσω μου δύο παιδιά, και ενώ ήμουν σίγουρη ότι μιλούσαν Ολλανδικά, όταν με προσπέρασαν διαπίστωσα ότι ήταν Ιάπωνες(!). Εν τω μεταξύ στα ταμεία, ενώ με χαιρετάνε με το βολικό χαλόου, μετά μου μιλάνε Ολλανδικά. Σήμερα βγήκα προς αναζήτηση παρακεταμόλης, και κει που είμαι στο ταμείο έτοιμη να πλερώκω, μου λέει η πωλήτρια, «χούσιος;». Μπαρδόν εγώ, «χούσιος» πάλι αυτή. Ξανά ματά εγω «Αιμ σόρρυ αι όνλι σπικ ινγκλις» ξανά αυτή να με κοιτάει και να ρωτάει «χούσιος;;». Με τα πολλά παραιτήθηκε και μ’ άφησε να φύγω, και πέντε λεπτά αργότερα συνειδητοποίησα τι μου έλεγε: «Κουέστιονς» προσπαθούσε να πει, αν έχω δηλαδή καμία απορία για τα φάρμακα!

Παράξενο πράγμα η γλώσσα. Πρώτη φορά βρίσκομαι σε ένα μέρος που δεν μπορώ ούτε κατά προσέγγιση να καταλάβω τί μου λένε. Με ό, τι μετριοφροσύνη με διακρίνει έχω να πω ότι, και τα Γαλλικούλια μου τα καταφέρνω, και τα Ισπανικά μου τα ξέρω, και τα Αγγλικά σαν πατριώτισσα Ελληνίδα τα κατέχω, τα Ρουμάνικα από τη μαμά τα ομιλώ, αλλά ρε πούστη με τα Γερμανικά και τα Ολλανδικά καμία επαφή! Πάω σούπερ μάρκετ και δεν ξέρω αν αγοράζω καγκουρό η χοιρινό. Πάντως, τα αγγλικά τους είναι (με εξαίρεση την ταμία και τον οδηγό του λεωφορείου, χμ), εξαιρετικά. Έχουν μια προφορά ωραιοτάτη, μικροί και μεγάλοι. Επίσης έχω ένα θέμα γιατί με τίποτα δεν μπορώ να προφέρω τη διεύθυνση του σπιτιού μου. Κάτι σε «Ογάνγκελαν Χόχτες» είναι, αλλά δεν με καταλαβαίνουν όταν το λέω, οπότε όσο να πεις μπαίνω σε σκέψεις.


Το θέμα είναι, ότι αν έχεις μια στοιχειώδη επαφή με μια γλώσσα, μπορείς να καταλάβεις κατά προσέγγιση τι συμβαίνει. Καταλαβαίνεις από την μελωδία της αν σου λένε κάτι αστείο, κάτι νευριασμένα, κάτι με απορία ή αν πρόκειται για μια απλή κατάφαση. Οπότε, ακόμη και αν δεν γνωρίζεις τις λέξεις, σίγουρα καταλαβαίνεις από τη χροιά της φωνής, έστω περί τίνος πρόκειται. Δεν χρειάζεται να ξέρω Ιταλικά ας πούμε για να ξέρω πότε με βρίζουν ή πότε με ρωτάνε κάτι, γιατί οι μισές και πλέον λέξεις είναι ίδιες με τα Ρουμάνικα και τα Ισπανικά, και οι χειρονομίες τους πανομοιότυπες με των Ελλήνων. Στας Γαλλίας πάλι, και να μην ήξερα θα καταλάβαινα αν με ρωτάνε που είναι το μετρό ή αν μου ζητάνε ψιλά, γιατί πιάνω τον τόνο της φωνής. 

Ε, εδώ, μήτε που ξέρω αν απευθύνονται σε μένα, και το καλύτερο, παθαίνω πατατράκ και κοκομπλόκο μαζί, και μετά το πρώτο δεν-μιλάω-ολλανδικά, κάθομαι και τους κοιτάω σαν ξεθυμασμένος καπουτσίνος. 

Αλλά για να εξηγούμαι: μου αρέσει. Είναι όλα φρέσκα. Ο καιρός επιτέλους τσουχτερός, βαρέθηκα τόση ζέστη αποπνικτική, λες και δεν έπεφτε ποτέ ο ήλιος. Εδώ ψιχαλίζει πολύ και νιώθω να καθαρίζω, το χρειάζομαι. Παντού θαμνάκια και φυτά, τα κανάλια και οι γεφυρούλες αλαφραίνουν το μικρό της πόλης γιατί αφήνουν να εννοηθεί το παραπέρα, τη θάλασσα. Ακούγεται παιδαριώδες αλλά το νερό στις πόλεις με ανακουφίζει, θαμπώνουν τα σύνορα κι απλώνεται ο τόπος, με ένα τρόπο. 




Συγχωρήστε μου τα τελευταία χαζο πόστ, κυκλοφορεί μπλογκική γρίπη και δεν δύναμαι να γράψω.