Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Μίλα μου


Μετά από απουσία μακρά, επανέρχομαι.


Δεν καταλαβαίνω κιχ από τη ομιλούμενη Ολλανδική, τόσο που σήμερα περιπατούσαν πίσω μου δύο παιδιά, και ενώ ήμουν σίγουρη ότι μιλούσαν Ολλανδικά, όταν με προσπέρασαν διαπίστωσα ότι ήταν Ιάπωνες(!). Εν τω μεταξύ στα ταμεία, ενώ με χαιρετάνε με το βολικό χαλόου, μετά μου μιλάνε Ολλανδικά. Σήμερα βγήκα προς αναζήτηση παρακεταμόλης, και κει που είμαι στο ταμείο έτοιμη να πλερώκω, μου λέει η πωλήτρια, «χούσιος;». Μπαρδόν εγώ, «χούσιος» πάλι αυτή. Ξανά ματά εγω «Αιμ σόρρυ αι όνλι σπικ ινγκλις» ξανά αυτή να με κοιτάει και να ρωτάει «χούσιος;;». Με τα πολλά παραιτήθηκε και μ’ άφησε να φύγω, και πέντε λεπτά αργότερα συνειδητοποίησα τι μου έλεγε: «Κουέστιονς» προσπαθούσε να πει, αν έχω δηλαδή καμία απορία για τα φάρμακα!

Παράξενο πράγμα η γλώσσα. Πρώτη φορά βρίσκομαι σε ένα μέρος που δεν μπορώ ούτε κατά προσέγγιση να καταλάβω τί μου λένε. Με ό, τι μετριοφροσύνη με διακρίνει έχω να πω ότι, και τα Γαλλικούλια μου τα καταφέρνω, και τα Ισπανικά μου τα ξέρω, και τα Αγγλικά σαν πατριώτισσα Ελληνίδα τα κατέχω, τα Ρουμάνικα από τη μαμά τα ομιλώ, αλλά ρε πούστη με τα Γερμανικά και τα Ολλανδικά καμία επαφή! Πάω σούπερ μάρκετ και δεν ξέρω αν αγοράζω καγκουρό η χοιρινό. Πάντως, τα αγγλικά τους είναι (με εξαίρεση την ταμία και τον οδηγό του λεωφορείου, χμ), εξαιρετικά. Έχουν μια προφορά ωραιοτάτη, μικροί και μεγάλοι. Επίσης έχω ένα θέμα γιατί με τίποτα δεν μπορώ να προφέρω τη διεύθυνση του σπιτιού μου. Κάτι σε «Ογάνγκελαν Χόχτες» είναι, αλλά δεν με καταλαβαίνουν όταν το λέω, οπότε όσο να πεις μπαίνω σε σκέψεις.


Το θέμα είναι, ότι αν έχεις μια στοιχειώδη επαφή με μια γλώσσα, μπορείς να καταλάβεις κατά προσέγγιση τι συμβαίνει. Καταλαβαίνεις από την μελωδία της αν σου λένε κάτι αστείο, κάτι νευριασμένα, κάτι με απορία ή αν πρόκειται για μια απλή κατάφαση. Οπότε, ακόμη και αν δεν γνωρίζεις τις λέξεις, σίγουρα καταλαβαίνεις από τη χροιά της φωνής, έστω περί τίνος πρόκειται. Δεν χρειάζεται να ξέρω Ιταλικά ας πούμε για να ξέρω πότε με βρίζουν ή πότε με ρωτάνε κάτι, γιατί οι μισές και πλέον λέξεις είναι ίδιες με τα Ρουμάνικα και τα Ισπανικά, και οι χειρονομίες τους πανομοιότυπες με των Ελλήνων. Στας Γαλλίας πάλι, και να μην ήξερα θα καταλάβαινα αν με ρωτάνε που είναι το μετρό ή αν μου ζητάνε ψιλά, γιατί πιάνω τον τόνο της φωνής. 

Ε, εδώ, μήτε που ξέρω αν απευθύνονται σε μένα, και το καλύτερο, παθαίνω πατατράκ και κοκομπλόκο μαζί, και μετά το πρώτο δεν-μιλάω-ολλανδικά, κάθομαι και τους κοιτάω σαν ξεθυμασμένος καπουτσίνος. 

Αλλά για να εξηγούμαι: μου αρέσει. Είναι όλα φρέσκα. Ο καιρός επιτέλους τσουχτερός, βαρέθηκα τόση ζέστη αποπνικτική, λες και δεν έπεφτε ποτέ ο ήλιος. Εδώ ψιχαλίζει πολύ και νιώθω να καθαρίζω, το χρειάζομαι. Παντού θαμνάκια και φυτά, τα κανάλια και οι γεφυρούλες αλαφραίνουν το μικρό της πόλης γιατί αφήνουν να εννοηθεί το παραπέρα, τη θάλασσα. Ακούγεται παιδαριώδες αλλά το νερό στις πόλεις με ανακουφίζει, θαμπώνουν τα σύνορα κι απλώνεται ο τόπος, με ένα τρόπο. 




Συγχωρήστε μου τα τελευταία χαζο πόστ, κυκλοφορεί μπλογκική γρίπη και δεν δύναμαι να γράψω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: