Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

White Widow


Δεν θα ξανακαπνίσω τίποτα πράσινο ποτέ, ποτέ ποτέ.

Στις τρεις τζούρες ήθελα να σκάσω στα γέλια. Αλλά το παιδί που με συνόδευε, μη χέσω, ένας καγκουροτύπος μαστούρης, δεν κατάλαβε Χριστό, ένεκα που στο Λίβερπουλ έπινε ολημερίς, οπότε δε μου έδινε σημασία καμία.

Στην τέταρτη τζούρα άρχισα να αισθάνομαι ένα πνίξιμο ελαφρύ, και από κει και πέρα παρανόησα εντελώς. Μάταια προσπαθούσα να σκέφτομαι ότι παίζω στο fear and loathing in las vegas. Δεν έβλεπα τον απέναντι και δεν ήμουνα σίγουρη αν είναι από τη μαστούρα ή από τον καπνό στο μαγαζί, δεν άκουγα τίποτα, ή μάλλον τα άκουγα όλα σαν να βρίσκομαι μέσα σε κατσαρόλα με κλειστό το καπάκι, έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια μου και δεν μπορούσα να το ελέγξω, αισθανόμουν ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω, ότι πνίγομαι με το σάλιο μου, ότι δε θα μπορέσω ποτέ να σηκωθώ από την καρέκλα, πόσο μάλλον να περπατήσω μέχρι το σπίτι, ότι ο τύπος θα σηκωθεί και θα με παρατήσει και θα με βρει το ξημέρωμα στα γραφικά χαντάκια του Leiden, ότι πεινάω τόσο που το στομάχι μου έβγαινε από λαιμό μου, ότι δεν έχω στόμα και πρέπει να ουρλιάξω (βιβλίο), και μετά κολλούσε το κεφάλι μου σε μια πρόταση που την πρόφερα νοητά ξανά και ξανά, και όλη την ώρα προσπαθούσα απλώς να μη λιποθυμήσω και να μην σκέφτομαι, καταλήγοντας να λέω συνέχεια «μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι, μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι, μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι, μη λιποθυμήσεις και μην σκέφτεσαι.»

 Ο τύπος εν τω μεταξύ να μη βγάζει άχνα, ό, τι και να του λέω να με κοιτάει σαν τηγανίτα, τόσο που σκέφτηκα να του την πέσω μπας και μιλήσει. Τι να λέω αστεία,  τίποτα αυτός. Τι να τον ρωτάω «αν έχει αδέρφια», τίποτα αυτός. Τι να λέω δεν είμαι καλά, μήπως να φεύγαμε, ριλάξ να μου λέει αυτός. Μετά δεν θυμόμουνα πoιο λεωφορείο πάει σπίτι, δεν μπορούσα να σταθώ όρθια, δεν κατάφερνα να βγάλω τα κλειδιά από την τσάντα. Τον παράτησα κάτω, έφαγα ένα τεράστιο κεικ με τα χέρια, και κοιμήθηκα για πέντε ώρες συνεχόμενες.

Ξύπνησα φυσικά με μαύρους κύκλους και διάρροια!

Γαμώ το καλό το Ολλανδικό, τη μπύρα που ήπια, τον τύπο που με ένα δίφυλλο  και κάτι ψιλά δεν κατάλαβε χριστό, δε μου έχει ξανασυμβεί ποτέ τέτοιο πράγμα.

Θυμήθηκα τη Ν. που με πήρε κάποτε μέσα στη νύχτα πανικόβλητη, να πάω να τη μαζέψω από το σύνταγμα. Έβλεπε λέει τον Ν. σαν να ήταν ο μπάτμαν ή ο σούπερμαν, νόμιζε πως όλοι μιλούσαν άλλη γλώσσα και πως την κυνήγαγαν από το Ματριξ. Παράνοια. Το τι δούλεμα της είχα ρίξει δε λέγεται.

Κατόπιν εορτής, μπαρδόν.


3 σχόλια:

margkw είπε...

welcome to the netherlands.:P

Ferdinand+Miranda είπε...

xaxaxaxaxa!!! kalimera mpou mou** ayto skeftomoun oso se diavaza prin ftasw sto telos! lusame to mustirio, ti eixe parei ekeino to vradu, eixe ola afta ta sumptwmata ap oti thumamai!!!!!

einai friki kai na prosexeis me poion ta pineieieieieieeis!

(rezilia sto blog, ole!)

ροδάκινο είπε...

Χαχαχα, βέλκομ βέλκομ όντως!


"Είχε" όλα αυτά τα συμπτώματα; Αχμ!
Ο ραιτ, πάντως το ξερα ότι θα με καταλάβει! Χεχεχε
Θα προσέεεεχω θα προσέεεεχω, μια φορά την πατας!