Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Κάτσε να σ’εξετάσω




Και ενώ εγώ έχω μια εβδομάδα να βγω απο το σπίτι και ακολουθώ το δοκιμασμένο μαμ-διαβασμα-νάνι, τόσο που κοντέβει να μου ξεκολήσει το πετσί και έχω δοκιμάσει όλες τις πιθανές ποζίσιον σε καρέκλα  γραφείο και πολυθρόνα, βουαλά άλλες δοκιμασμένες συνταγές για καλή επιτυχία στις εξετάσεις:

Ο Χ. Και η Μ. επειδή φαίνεται δεν άντεξαν το άγχος και την πίεση, έχουν ξοδέψει το μηνιάτικό τους σε χορταρικό και χάπια καφεϊνης (για να μπορούν να συνέρχονται και να χορταριάζουν κι άλλο), με αποτέλεσμα λίγες ώρες πριν την αποφράδα μέρα να μην έχουν ανοίξει βιβλίο. Έκλεισαν όμως εισητήρια για διακοπές.

Ο Β., που δεν έχει κάνει ούτε το προπόζαλ και έχει δύο μήνες καιρό να γράψει ολάκαιρη πτυχιακή, απολαμβάνει το Ολλανδικό αναποφάσιστο καλοκαίρι σε ρομαντικά ντινέρ με την καλή του φίλη S., καλό κρασί και φιλοσοφικό κουβεντολόϊ.

Η Ι. πάλι, επειδής με είδε έτσι τσιτωμένη, μου λέει, «άκου να δεις τι θα κάνεις. Το βράδυ που θα κοιμηθείς, θα βάλεις κάτω από το μαξιλάρι σού όλο το υλικό, σλάιντς βιβλία και σημειώσεις και θα κοιμηθείς απάνω τους!». Πιάνει σου λέει, το κάνει κάθε φορά.



Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

We lived on sunlight and chocolate bars


Θυμήθηκα αυτή την ταινία μετά από πολλά χρόνια χθες αργά. 
Tο Candy







Things were very hot that year. 
All the wax was melting in the trees. 
He would climb balconies, climb everywhere, do anything for her, oh Danny boy. 
Thousands of birds, the tiniest birds, adorned her hair. 
Everything was gold. 
One night the bed caught fire. 
He was handsome and a very good criminal. 
We lived on sunlight and chocolate bars. 
It was the afternoon of extravagant delight. 
Danny the daredevil. 
Candy went missing. 
The days last rays of sunshine cruise like sharks. 
I want to try it your way this time. 
You came into my life really fast and I liked it. 
We squelched in the mud of our joy. 
I was wet-thighed with surrender. 
Then there was a gap in things and the whole earth tilted. 
This is the business. 
This, is what we're after. 
With you inside me comes the hatch of death. 
And perhaps I'll simply never sleep again. 
The monster in the pool. 
We are a proper family now with cats and chickens and runner beans. 
Everywhere I looked. 
And sometimes I hate you. 
Friday -- I didn't mean that, mother of the blueness. 
Angel of the storm. 
Remember me in my opaqueness. 
You pointed at the sky, that one called Sirius or dog star, but on here on earth. 
Fly away sun. 
Ha ha fuckin ha you are so funny Dan. 
A vase of flowers by the bed. 
My bare blue knees at dawn. 
These ruffled sheets and you are gone and I am going too. 
I broke your head on the back of the bed but the baby he died in the morning. 
I gave him a name. 
His name was 
Τhomas. 
Poor little god. 
His heart pounds like a voodoo drum.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Σειρά μου


Όπως εύστοχα ρώτησε ένας ασθενής μιας συμφοιτήτριας, νάρκισσος πρωταθλητής σκακιού με control issues και ολίγον Asperger,

“Some chess players play the board, and some play the man; which one do you play?”

Δεν είναι έτσι; Κάποιοι παίζουν το παιχνίδι, και κάποιοι παίζουν τον αντίπαλο. 

Υπάρχει λοιπόν μια κατηγορία ανθρώπων -αυτοί που εμένα μου κάνουν ματ σε τρεις κινήσεις- που είναι λες και ενστινκτωδώς γνωρίζουν πώς να σε κάνουν να υποταχτείς. Το λέει η καρδιά τους να σε παίζουν. Και δεν το κάνουν από κακία ή από σκοπιμότητα, απλώς είναι ο τρόπος τους να επιβιώνουν. Είναι κι άλλοι που μαθαίνουν τους κανόνες και πιστεύουν εσαεί στο Δίκαιο κόσμο.  Εγώ είμαι από τους δεύτερους.

Ο κίνδυνος είναι ότι οι τελευταίοι έλκονται κατά κύριο λόγο από τους πρώτους, και τούτο διότι αλληλοσυμπληρώνονται αναγκαστικά. 


Το ερώτημα εδώ είναι, ποιός από τους δύο κερδίζει το παιχνίδι;



(Ή μήπως είμαστε όλοι χαμένοι, όπως έλεγε και το Little miss sunshine;) 



Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Ερωτικόν,



Με αφορμή ένα τραγούδι, ένα μουχλιασμένο αγαπώ σε  και το επερχόμενο καλοκαίρι.

Το ποδηλατάκι μου είναι πλέον κόκκινο. Μια που μ’ αγαπάω και μια που σ’ αγαπάω. Και τα δύο μαζί δεν πάνε φαίνεται. Αχ, τόση τρυφερότητα δεν ξέρω τι να την κάνω, ιδού το πρόβλημα. Και δώστου να τιτιβίζουν τα Ολλανδικά πετούμενα εις ένδειξιν ελπίδας νέας- αλλά που εγώ. Πίσω πολύ.

Σώνονται οι μέρες σώνονται, κι αχ πως σοβάρεψαν  τα πράγματα. 

Κι εξόν αυτού πανάθεμά σας, βλέπω και μπλογκικά μιαν ατμόσφαιρα τιτιβιστική και πολύ αγχώνομαι. Σοβαρεύουν τα πράματα λεμε, θα ξεχάσω εγώ το καλοκαίρι που με φοβέριξε ο παππούς να βρω ενα παλικάρ να παντριφτώ; Ξεχνιούνται αυτά;

 Έλα που παρά την πίκρα που ξεβγάζεται λίγο λίγο δε νιώθει το ψυχούλι μου έτοιμο για νέες περιπέτειες. Γιατί μετά από τα γνωστά τα σοβαρά τι άλλο θα μου συμβεί δηλαδή, που πάω και λυσσάω για τα μάτια του κάθε Λουξεμβουργιανού κόμη. Κι όλα για το Θεαθήναι, που μου πε κι ο φίλος μου ο Γ. 
Χρυσό παιδί.

Να μη θυμηθώ που όλοι μου οι φίλοι πέρασαν τη γραμμή αυτή τη διαχωριστική κάποτες, και είναι και τσι μοδός αυτό τελευταία- ας με συγχωρέσει το πλάσμα. Όλα μαζί, άντρες γυναίκες  φίλοι κι εραστές, και δεν ξέρεις από ποιον να φυλάς τα οπισθιά σου σήμερον ημέρα. Και να ξαναθυμηθώ τον παππού μου που βλέπει στη Μενεγάκη τα παρέιντ εσωρούχων κι αναθεματίζει που γίναν ένα ρεζιλίκι οι γυναίκες σήμερα. Ξέρει ο παππούς, είναι κάλτιβέιτεντ, αμ δε. Ομιλεί και γαλλικά, «λα πόγτ, λα φεντέτγ, λε καγιέ».

Ένας λύκος κάθε βράδυ μου τηλεφωνάει, λέει πως είναι άγριος κι ότι θα με φάει.

 Δεν είναι τίποτες, όπως τα λέγαμε, περνώ τον καιρό μου με πιο πολλά πώς και γιατί απ’ ότι τα παιδιά της γειτονιάς μου, κι έπειτα ψάξε βρες, πολύ μεταγνώση, πάνω κείμενο και μέτα κείμενο και λίγο εδώ και τώρα. Πάραυτα κάποια βελτίωσις υπάρχει, έχομεν ελπίδες.


Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

How could you do this to me, me me me


Ενθαρρυντικό πρωινό. 

Μια Ελληνίδα ψυχολόγος που ζει και εργάζεται πλέον μόνιμα στην Ολλανδία ήρθε σε επαφή με τους φοιτητές του εδώ Πανεπιστημίου και σε ένα μισάωρο τηλεφώνημα μου μίλησε για το σχέδιό της να αναπτύξει ένα είδους link team για τους Έλληνες μεταπτυχιακούς ψυχολογίας του Leiden, με απώτερο σκοπό να μοιραστεί την εμπειρία της και να βοηθήσει όπως μπορεί. Ανακούφισε λίγο το τρομερό μου άγχος και συγκινήθηκα με το ενδιαφέρον της. Μου ζήτησε να συντάξω ένα μέιλ στο οποίο να ενημερώνω τους υπόλοιπους φοιτητές για τη συνομηλία μας, να της στείλω ένα βιογραφικό μου και να κανονίσουμε μια συνάντηση. 

Συν τοις άλλοις, σαν integration psychologist που είναι μου ζήτησε να συντάξω ένα γράμμα ‘στον εαυτό μου’, στο οποίο να λέω χωρίς περιορισμούς τί είναι εκείνο που θέλω να κάνω στο μέλλον, που βρίσκομαι τώρα και που ήμουν στο παρελθόν. Λοιπόν,


Ένα χρόνο πριν πάλευα ακόμη με τα γενικόλογα μαθήματα της σχολής. Αγχωνόμουν με τις αιτήσεις του μεταπτυχιακού που δεν ήταν ούτε καν στα σκαριά και η πτυχιακή μου δεν το κουνούσε ρούπι. Φλέρταρα με την αποασυλοποίηση ένεκα που εκεί μου έλαχε να κάνω πρακτική, και αναρριγούσα στο άκουσμα του κυρίου Σακελλαρόπουλου. Και όταν τον γνώρισα τελικά μπορώ να πω ότι δάκρυσα λίγο από τη συγκίνηση- το Ιερό Τέρας, ένας άμθρωπος- μύθος για μένα, το μεγαλείο της ψυχανάλυσης και το όνειρο μου απτό.  
 Με τα πολλά είμαι εδώ, μέσα σε ένα ζουζούνισμα απο άλλα ακομα μεγαλύτερα όνειρα και το άγχος που τα συνοδεύει. Παίρνω μικρές δόσεις απο το πώς είναι να είσαι ψυχοθεραπευτής και πάρόλο που το ήξερα, εκπλήσσομαι με το πόσο πολύ μου αρέσει αυτός ο κλάδος. Οι τελευταιες βδομάδες είναι μια αποκάλυψη. Γυρίζω σπίτι από την πρακτική με χαμόγελο στο στόμα, αισθάνομαι τέτοια ικανοποίση, τόσο μεγάλη χαρά παίρνω απο αυτή τη δουλειά που δεν μπορώ να πιστέψω την τύχη μου. Την τύχη του να γνωρίζεις τί είναι αυτό που θέλεις πάνω απο όλα να κάνεις, και ακόμα περισσότερο, του να είσαι πραγματικά καλός σ’ αυτό. Κι αρχίζει το ζόρι. Γιατί είναι τόσο δύσκολος ο κλάδος, και κυρίως τόσο πολλά τα χρήματα που πρέπει να επενδύσει κανείς για σπουδές, που μου σαλεύει. Παρόλα αυτά, έχοντας στην πλατη μου πτυχίο και μεταπτυχικό, αυτό που θέλω να κάνω είναι: 
να μάθω Ολλανδικά, να βρώ μια δουλειά για να συντηρούμαι, και να μπω σε ένα προγραμμα PsyD, οπερ εστί τέσσερα εώς έξι χρόνια πρακτικής εκπαίδευσης στην Κλινική Ψυχολογία. Εκεί κατά το τέταρτο έτος θέλω δειλά δειλά να ξεκινήσω να δουλεύω σε κάποια Κλινική, και όταν πατήσω τα 30 (ω θεέ), να μπορώ παράλληλα με την κλινική να ξεκινήσω να δουλεύω μόνη μου ώς ψυχοθεραπευτής. 


Κι αν αυτό είναι το εγωκεντρικότερο πόστ όλων των εποχών, το σώζω λίγο προτείνοντας όσοι πιστοί τριγυρνάτε στας Αθήνας, να πάτε να δείτε τούτο:


Για την επιτυχία της έκθεσης δεν εγγυώμαι, αλλά τρέχουν τα σάλια μου για ένα τουρ στα ενδότερα της μπλε πολυκατοικίας.

 Αυτό το μήνα πέθαναν, ο Παπάζογλου, Ο Βέγγος, και ο Οσάμα Μπιν Λάντεν.




Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Μάρμπλς και μπόλοκς


Καιρό μετά, είπα να πάρω πάλι φόρα- εξαιρετική η άνοιξη και ο Shostakovich που ακούω δυνατά.

Εταξίδεψα το λοιπόν φορά δεύτερη στο Εδιμβούργο, το ονομαζόμενο και Αθήνα του Βορρά. Και τούτο διότι αν και σε τίποτα δε θυμίζει Αθήνα, έχτισαν εμπνεόμενοι από τον Παρθενώνα μερικές κολόνες σε ρυθμό Σκωτσέζικο, που γκρίζαραν με τα χρόνια και είναι τώρα λέει η αρχιτεκτονική ντροπή της πόλης. Γουγλάρετε για ντοκουμέντα, είναι πράγματι μια κακόγουστη πλην κατάτι τιμητική απομίμηση.

Το Εδιμβούργο πάραυτα γλυκό. Όπως πάντα αρνείται να καλοκαιριάσει.

Ξεχνώ τα Ελληνικά μου και δεν πρόκειται περί φάρσας. Έπεσε στα χέρια μου λίγος χρόνος και ένας Robbins μεταφρασμένος και το κατάλαβα. Μου ξεθωριάζει η σύνταξη και η χαρά του λογοπαιγνίου.

Φαίνεται λοιπόν πως αν λείπεις σε πιάνει το πατριωτικό σου, και σε πιάνει απροετοίμαστο. Πρώτα από όλα, δεν μπορώ να ξεπεράσω την έλλειψη των Ελληνικών. Και δεν είναι ότι  δεν μιλάω που και πού αναγκαστικά, με το σμήνος expats που τριγυρνάει εδώ. Αλλά αυτή η άχαρη καθομιλουμένη, η Ελληνικούρα του «έλα ρε μαλάκα» και ο εθνικισμός του «μουζάκα», δεν με χορταίνουν.

Και το κυριότερο, αν και για μένα αυτή η ιστορία με τα Ελγίνεια ποτέ δεν ήταν θέμα, δεν το σκέφτηκα ποτέ στα σόβαρα και ούτε με ενοχλούσε ιδιαίτερα (απολιτίκ εν αγνοία και πλέον), επισκέφτηκα το Βρετανικό μουσείο. 

Μου ρθε να βάλω τα κλάματα από μέσα μου μια φορά που είδα τους Ιάπωνες τουρίστες όλους μαζί στον όροφο με τα βαζάκια τους και τα αγαλματάκια τους, να ξεροσταλιάζουν και να γυαλίζουν οι ματοσχισμές τους που έβλεπαν μαμά πατρίδα. Και μου ρθε να μπήξω τα κλάματα δυό φορές όταν έφτασα στα αγάλματα του Παρθενώνα. Και τα κλάματα και τις φωνές και να χτυπώ τα πόδια μου στο πάτωμα με νεύρο. Και καλά. Το καταπίεσα διότι είναι ένα μουσείο που κουβαλάει τη μισή Αίγυπτο και βάλε. Αλλά τρελάθηκα όταν έφτασα στην Ταμπέλα. Voila:


Μα τα παπάρια του Αλί Μπαμπά, με έπιασε το γινάτι. Κάτσε βρε παιδί δηλαδή, εμ τα βλεπες εκεί τα έρημα, ξεριζωμένες ολόκληρες κολόνες αν είναι δυνατόν να κρέμονται απο το ταβάνι, εμ εξόφθαλμα σε λένε και μαλάκα! Ούτε ένα με το παρδόν, ούτε μια διπλωματικότις τέλος πάντων! Ακούς εκεί είναι ισομερώς μοιρασμένα μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας! Να πεις και ευχαριστώ δηλαδή που είναι τα μισά πίσω! Και είναι καλό που είναι εκεί, γιατι τα βλέπεις λέει σε eye level  rather than high up in the building στο κωλο British museum, αν είναι δυνατόν δηλαδή. Και για το τέλος το καλύτερο: "the sculptures tell a different and complete story"! Μου φάνηκε ειλικρινά προσβλητικό πάνω από όλα το ότι δεν υπήρχε καμία διπλωματία, καθόλου χώρος για αμφιβολία ή διαπραγμάτευση. Προσβλητικό να μην υπάρχει ούτε ίχνος μεταμέλειας η μια κάποια αναγνώριση της βαρβαρότητας με την οποία κατέληξαν εκεί τα μνημεία.



Δεν ξέρω, πολύ με πείραξε. Μου φτούρισε όλη η όρεξη και μου φαινόταν οι κόκκινοι τηλεφωνικοί θάλαμοι γελοίοι, και ο επικείμενος βασιλικός γάμος μια μπιγκ μπάμπολ και η κουλτούρα τους στιφή και δανεική. Τύποις πολιτισμός, καργιόλιδες.

Κατά τα άλλα φχαριστήθηκα λίγο τη μπόχα και το συνωστισμό του μετρό, και χάρηκα που γύρισα σπίτι, στο ποδηλατάκι μου και στα ηλιολουστα Ολλανδικά ποταμάκια.