Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

πόσο πολύ


Απόφθεγμα πρώτον, άσε με πολλές μέρες με κάποιον και τρελαίνομαι. Μ’αρέσει να μαι μοναχό μου, να μην δίνω λογαριασμό βρε αδερφέ, και το κυριότερον, να μην έχω την ευθύνη κανενός.

Απόφθεγμα δεύτερον, είναι υπέροχο να κάνεις μπάνιο γυμνός, και να κοιμάσαι στην παραλία γυμνός, και να ξυπνάς γυμνός, και να παίζεις τάβλι γυμνός. Μεταξύ μας, το θεωρούσα τόσα χρόνια - αν και το χα προσπαθήσει- νεοχιπισμό, δεν χρειάζεται ελπίζω να το αναλύσω περαιτέρω.

Τρίτον, το Πιτσιλαδή είναι μακράν το καλύτερο ούζο.

Τέταρτον, άμα με έναν άνθρωπο η υπόθεση έχει πολύ ζόρι, μακρόσυρτα σούξου μούξου μανταλάκια και πρέπει να καταβάλεις προσπάθεια όταν ακόμη είσαι στο προοίμιο, τότε άστα βράστα. Το πράγμα πρέπει να κυλάει α-πο-μό-νο-του.

Πέμπτον, σιχαίνομαι, σιχαίνομαι όμως, αυτούς τους τάχα μου και δήθεν τροβαδούρους, με τα σκαμένα πρόσωπα, το βυζί στο πάτωμα, την τρίχα στη μασχάλη μόνο το καλοκαίρι που φαίνεται, και πάνω από όλα, αυτή τη γαμημένη σοβαροφάνεια, το στόμφο στα λόγια, την ψευτο αναζήτηση του γραφικού και του παραδοσιακού, που τους ρωτάς τί κάνουν και σου απαντούν με λόγο κόπι πέιστ και ύφος χιλίων καρδιναλίων. Σιχτίρ μαλάκες. Το απόφθεγμα είναι, έσω αυθεντικός.

Έκτον, τα καλύτερα βιβλία είναι αυτά που γεμίζουν με άμμο.

Έβδομον, υπάρχει μια φάση ( πολύ) μετά το χωρισμό, που καταλαβαίνεις ότι -αν και οι καψούρες σου κρατάνε στην καλύτερη δύο βδομάδες επειδή είσαι  τόσο ακόμη φοβισμένος- όταν γυρίζεις σπίτι, με το στομάχι γεμάτο αλκοόλ και τα πόδια να πονάνε από το στασίδι, το μόνο που θέλεις είναι μια αγκαλιά, αυτή η αγκαλιά της οικειότητας, που ακόμη και να έχετε πλακωθεί δεν σου κρατάει μούτρα γιατί η νύχτα τα καταπίνει όλα, και απλώς σου λέει άντε έλα, σου σβουράει ένα φιλί και κοιμάστε. Κι είναι εκείνη η φάση που φοβάσαι να παραδεχτείς ότι βαρέθηκες να είσαι μόνος. Και τότε πέφτεις για ύπνο με έναν ανεμιστήρα κινηματογραφικό, και δεν βάζεις τα κλάματα, παρά κοιμάσαι αγκαλιά με τον κυνισμό σου. Καλή ώρα.


Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

στο ίσιωμα πέφτω



Έπεσα και στραμπούλιξα το αστραγαλάκι μου τόσο δυνατά και βάρβαρα, που φώναξα με όλη μου τη δύναμη «μαμαααααά» όπως όταν ήμουν πέντε, με ματωμένα αγκωνογόνατα και τη μύξα στο σαγόνι απ’το παράπονο. Θεσπέσιο. Μέσα στην αυθεντική μου αγωνία, με αστραγαλάκι να φέρνει σε τόπι και το δάκρυ να κρέμεται από τα ματοτσίνορά μου, δεν μπόρεσα παρά να φχαριστηθώ τα δέκα λεπτά πανικού που μ’ έκαναν πάλι μοναχοπαίδι. Ο μπαμπάς να φωνάζει «το παιδί!», η μαμά να μου φέρνει πάγο και μαξιλάρια και να προσπαθεί να ηρεμήσει μια το μπαμπά που ωρυόταν να πάρουμε τηλέφωνο τη γιαγιά να μας πει αν βάζουν πίτουρα για το πρήξιμο, και μια εμένα που είχα χλωμιάσει απ’την πτώση.

Το πρωί με ξύπνησαν να πάμε στο Βοστάνειο να με δει γιατρός.

Πάμε το λοιπόν, κουτσό εγώ και με τα μαλλιά ακόμα με το χθεσινό αλάτι, έρχεται και με περιλαμβάνει ένας νοσοκόμος ολ τάιμ κλάσικ, με γαριασμένο άουτφιτ και κροκς άσπρα, να με πάει με το καροτσάκι στο γιατρό. Μέχρι να με δει ορθοπεδικός με γνωμάτευσαν πέντε έξι νοσηλευτές, μια ακτινολόγος, μια κυρία στην είσοδο κι ένας παθολόγος. Ο νοσοκόμος μου ευγενέστατος, με τσουλούσε με στυλ από τη μία πτέρυγα στην άλλη. Πάμε στις ακτινογραφίες, να με ζουλάει η αθεόφοβη η γιατρίνα πότε έτσι πότε αλλιώς για να βγει το πόδι, να σκούζω εγώ και να χει πρηστεί τόσο που να μην μπαινοβγαίνουν τα σανδάλια.
Μετά την ακτινογραφία με πλησιάζει ένας κύριος με μπλέ- αυτοί στο γκρέιζ ανάτομι είναι οι γιατροί- «Κορίτσι μου, ραγισματάκι βλέπω, μάλλον πρέπει να σου βάλουμε γύψο» αποφαίνεται. Κατουρήθηκα εγώ πάνω μου διότι καταφθάνει σήμερα φίλη από τας Ολλανδίας κι έχω γενναίο πλάνο ετοιμάσει, οπότε με πηγαία απελπισία του λέω «κάτι άλλο δεν γίνεται»; Γυρίζει τότε ο Μυτιληνιός ο Θεός και μου κάνει, «τί θες καλέ, να σε βάλου μια μπότα γκούτσι»; Ξεκαρδιστήκαμε, και τί να του πεις, δίκιο είχε ο άνθρωπος τρομάρα μου.
Πάμε το λοιπόν προς τον ορθοπεδικό. Ο νοσοκόμος μου με πέρασε από κάτι πτέρυγες εξωπραγματικές, να ζέχνουν γεροντίλα και να ‘ναι αραδιασμένοι δεξιά αριστερά κάτι δύσμοιροι παππούληδες, μου θύμισε ένα ντοκιμαντέρ για το Ψυχιατρείο της Λέρου. Εν τω μεταξύ η μαμά, που στα πενήντα της όποτε αρρωσταίνει παίρνει τη δικιά της μαμά να της πει τί να κάνει, παντελώς άσχετη και φοβιτσιάρα, ήθελε να δώσει στο νοσοκόμο μου κάτιτις που με βόλταρε ευγενής τόση ώρα. Τί να κάνει τί να κάνει, τον πλησιάζει με ύφος Tim Roth στα Τέσσερα Δωμάτια, βάζει στην τσεπούλα του ένα πεντάευρο και του λέει, «για να πιείς ένα καφέ..». Άλλα γέλια.
Τελικά έρχεται ο γιατρός- που δεν φορούσε κανενός είδους ρόμπα- και με εξετάζει σε πέντε φράσεις: τίποτα δεν έχεις, στραμπούληγμα είναι, μου πιάνει το πόδι και μου το σφίγγει να σιγουρευτεί πως δεν λέω ψέματα, άου εγώ, άμα πονάς να σου βάλω γύψο, όχι γύψο εγώ, άντε λέει σ’έναν άλλο, δέστο του παιδιού να φύγει.

Ο τελευταίος ήταν ο καλύτερος όλων όμως.
Ενώ μου έδενε το πόδι με τον επίδεσμο αργά αργά, μου ιστορούσε το μύθο της Περσεφόνης, πως την έκλεψε ο Άδης και πως συμφώνησαν να ζει έξι μήνες στον Κάτω Κόσμο και έξι μήνες στη γη, α! Τί ωραίο όνομα.

Έπειτα φύγαμε, και το δράμα μου έληξε με μια «επιστραγαλίδα».


Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

γυμνό


Εκεί που από σένα φαίνεται μόνο το περίγραμμα του προσώπου σου, 
που σε ρουφάει το σκοτάδι, με πιάνω να πλησιάζω το σώμα σου αδιόρατα, 
λίγο λίγο μέχρι η απόσταση να μη μου δένει το στομάχι κόμπο. 
Κολλάει η κόρη των ματιών μου στα χείλη σου, λίγο ακόμη κι ο κόπος που χρειάζεται για να συγκρατηθώ θα έκανε το μέτωπό μου να στάζει σταγόνες. 
Νιώθω τα μαλλιά μου μακριά, τα άκρα μου διαφανή, νομίζω ότι δεν θα αντέξω, και θα μεταφερθούμε σε ένα άλλο χωροχρόνο που θα γινόταν να με αγγίζεις, 
γιατί σε αυτόν φοβάμαι πως οτιδήποτε παραπάνω από φιλί θα με τελείωνε, θα είχα χύσει ποτάμια πριν κατέβει το χέρι σου χαμηλότερα από τα κόκαλα του λαιμού μου. 
Για το στόμα σου η φαντασία μου δεν φτάνει. Δεν χωράει στο λογισμό μου κάτι παραπάνω, μένω να κοιτάζω τα χείλη σου και με την ώρα δε φοβάμαι μήπως το δεις.
Σ’ αρέσει που σε κοιτάω έτσι. 
Τα χέρια σου παίρνουν μια μορφή μυθικού τέρατος, παιάνα, νομίζω πως αν με γραπώσεις θα σβήσω από λαγνεία, 
θα λιώσω από κάτω σου. 
Φαντάζομαι ένα ένα τα δάχτυλα σου να υγραίνονται από μένα, 
φαντάζομαι να μου σπρώχνεις το κεφάλι χαμηλά και να μην αρθρώνω λέξη, δεν μπορώ να πω λέξη, αισθάνομαι πως είναι ό,τι πιο λάθος έχω σκεφτεί και τρελαίνομαι, 
μου κρατάς το χέρι κι ενώ μου φτάνει την ίδια στιγμή εικόνες εκσφενδονίζονται μπροστά μου, 
εσύ πάνω μου, εσύ μέσα μου, εσύ πίσω μου. 
Δεν μπορώ να σε φανταστώ γυμνό, κι αυτό για αλλαγή με κάνει να τρέμω.

Θα φορέσω 
το πιο ωραίο μου φόρεμα 
κι όπως θα περπατάω προς Κολωνάκι χαμογελαστή,

θα νιώθω εξαίσια εκτεθειμένη.