Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

στο ίσιωμα πέφτω



Έπεσα και στραμπούλιξα το αστραγαλάκι μου τόσο δυνατά και βάρβαρα, που φώναξα με όλη μου τη δύναμη «μαμαααααά» όπως όταν ήμουν πέντε, με ματωμένα αγκωνογόνατα και τη μύξα στο σαγόνι απ’το παράπονο. Θεσπέσιο. Μέσα στην αυθεντική μου αγωνία, με αστραγαλάκι να φέρνει σε τόπι και το δάκρυ να κρέμεται από τα ματοτσίνορά μου, δεν μπόρεσα παρά να φχαριστηθώ τα δέκα λεπτά πανικού που μ’ έκαναν πάλι μοναχοπαίδι. Ο μπαμπάς να φωνάζει «το παιδί!», η μαμά να μου φέρνει πάγο και μαξιλάρια και να προσπαθεί να ηρεμήσει μια το μπαμπά που ωρυόταν να πάρουμε τηλέφωνο τη γιαγιά να μας πει αν βάζουν πίτουρα για το πρήξιμο, και μια εμένα που είχα χλωμιάσει απ’την πτώση.

Το πρωί με ξύπνησαν να πάμε στο Βοστάνειο να με δει γιατρός.

Πάμε το λοιπόν, κουτσό εγώ και με τα μαλλιά ακόμα με το χθεσινό αλάτι, έρχεται και με περιλαμβάνει ένας νοσοκόμος ολ τάιμ κλάσικ, με γαριασμένο άουτφιτ και κροκς άσπρα, να με πάει με το καροτσάκι στο γιατρό. Μέχρι να με δει ορθοπεδικός με γνωμάτευσαν πέντε έξι νοσηλευτές, μια ακτινολόγος, μια κυρία στην είσοδο κι ένας παθολόγος. Ο νοσοκόμος μου ευγενέστατος, με τσουλούσε με στυλ από τη μία πτέρυγα στην άλλη. Πάμε στις ακτινογραφίες, να με ζουλάει η αθεόφοβη η γιατρίνα πότε έτσι πότε αλλιώς για να βγει το πόδι, να σκούζω εγώ και να χει πρηστεί τόσο που να μην μπαινοβγαίνουν τα σανδάλια.
Μετά την ακτινογραφία με πλησιάζει ένας κύριος με μπλέ- αυτοί στο γκρέιζ ανάτομι είναι οι γιατροί- «Κορίτσι μου, ραγισματάκι βλέπω, μάλλον πρέπει να σου βάλουμε γύψο» αποφαίνεται. Κατουρήθηκα εγώ πάνω μου διότι καταφθάνει σήμερα φίλη από τας Ολλανδίας κι έχω γενναίο πλάνο ετοιμάσει, οπότε με πηγαία απελπισία του λέω «κάτι άλλο δεν γίνεται»; Γυρίζει τότε ο Μυτιληνιός ο Θεός και μου κάνει, «τί θες καλέ, να σε βάλου μια μπότα γκούτσι»; Ξεκαρδιστήκαμε, και τί να του πεις, δίκιο είχε ο άνθρωπος τρομάρα μου.
Πάμε το λοιπόν προς τον ορθοπεδικό. Ο νοσοκόμος μου με πέρασε από κάτι πτέρυγες εξωπραγματικές, να ζέχνουν γεροντίλα και να ‘ναι αραδιασμένοι δεξιά αριστερά κάτι δύσμοιροι παππούληδες, μου θύμισε ένα ντοκιμαντέρ για το Ψυχιατρείο της Λέρου. Εν τω μεταξύ η μαμά, που στα πενήντα της όποτε αρρωσταίνει παίρνει τη δικιά της μαμά να της πει τί να κάνει, παντελώς άσχετη και φοβιτσιάρα, ήθελε να δώσει στο νοσοκόμο μου κάτιτις που με βόλταρε ευγενής τόση ώρα. Τί να κάνει τί να κάνει, τον πλησιάζει με ύφος Tim Roth στα Τέσσερα Δωμάτια, βάζει στην τσεπούλα του ένα πεντάευρο και του λέει, «για να πιείς ένα καφέ..». Άλλα γέλια.
Τελικά έρχεται ο γιατρός- που δεν φορούσε κανενός είδους ρόμπα- και με εξετάζει σε πέντε φράσεις: τίποτα δεν έχεις, στραμπούληγμα είναι, μου πιάνει το πόδι και μου το σφίγγει να σιγουρευτεί πως δεν λέω ψέματα, άου εγώ, άμα πονάς να σου βάλω γύψο, όχι γύψο εγώ, άντε λέει σ’έναν άλλο, δέστο του παιδιού να φύγει.

Ο τελευταίος ήταν ο καλύτερος όλων όμως.
Ενώ μου έδενε το πόδι με τον επίδεσμο αργά αργά, μου ιστορούσε το μύθο της Περσεφόνης, πως την έκλεψε ο Άδης και πως συμφώνησαν να ζει έξι μήνες στον Κάτω Κόσμο και έξι μήνες στη γη, α! Τί ωραίο όνομα.

Έπειτα φύγαμε, και το δράμα μου έληξε με μια «επιστραγαλίδα».


2 σχόλια:

Takis X είπε...

Αντε περαστικα σου. Ξέρω και γω απο τέτοιες καταστάσεις. Οταν είχα σπάσει το πόδι μου αισθανομουν ο πιο ηλιθιος ανθρωπος στο κόσμο .Τι θυμαμαι τώρα..


Τώρα θα σου κάνω ενα παραπονο.Γιατί εβγαλες την φωτογραφια με το κοριτσακι με τη γραβάτα? Ηταν ολα τα λεφτα.ΑΠαιτώ αμεση αποκατασταση.

masxalitsa είπε...

αχ περαστικα μωρεεε!!