Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

"ασκήσεις ύφους" μέρος πρώτο, ή "ποτέ δεν ήμουν αθλητικός τύπος"


Αποφασίζω, εγώ και η αυτού μεγαλειότης μου, να το γυρίσω (και) στο μολύβι και το χαρτί. Τουτονά το χα γράψει αφού είχα διαβάσει τη Μαντάμ Μποβαρύ, μάλλον γιατί βρίσκω αυτή τη γραφή τόσο μοναδικά διασκεδαστική, και δη  στην Ελληνική της μετάφραση.

Ο κύριος Οργκολιέ ήταν ο μοναχογιός της Λαίδης Μαργκερίτ και του Σερ Σοκς. Τη μέρα των εικοστών πέμπτων γενεθλίων του οι αξιοσέβαστοι γονείς του τον κάλεσαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματά τους για να του μιλήσουν. Άλλη μια φορά θυμόταν ο κύριος Οργκολιέ να έχει μπει στο υπνοδωμάτιο των γονέων του. Ήταν τότε που η Λαίδη Μαργκερίτ μητέρα και ο Σερ Σοκς πατέρας, του ανακοίνωσαν ότι θα έστελναν τη μικρότερη αδελφή του οικότροφη στο Κολέγιο του Σαν Κάτσμπουρι επειδή, όπως φάνηκε, τα εκατόν είκοσι κιλά της οδήγησαν κάθε προσπάθεια των γονέων του να την αποκαταστήσουν, σε πλήρη στειρότητα. Έτσι, ο κύριος Οργκολιέ καθώς βημάτιζε προς το δωμάτιο των γονέων του, αναρωτιόταν με μεγάλη περιέργεια τί φοβερή απόφαση επρόκειτο να του ανακοινώσουν αυτή τη φορά.



Θα το κάνω ύφους άσκηση, και θα γράφω ένα για κάθε βιβλίο που διαβάζω. Κατά «Το χαστούκι» λοιπόν, του Τσιόλκα.

Ο Μπομπ άνοιξε το ψυγείο και ξετρύπωσε πίσω από τα λουκάνικα του χθεσινού μπάρμπεκιου μια τελευταία μπύρα. Η Λόρα έλειπε οπότε ήπιε τις πρώτες γουλιές μπροστά στο ψυγείο, με την πόρτα ανοιχτή. Η γυναίκα του τα είχε όλα, μικρές ρόγες που τσίτωναν πρόθυμες σε κάθε του χάδι, στρογγυλό κώλο, μεγάλα υγρά μάτια, μια κομψότητα φυσική, και πάνω απ’όλα ήταν καλή μητέρα, επεδείκνυε μια υπομονή αξιοθαύμαστη με τα παιδιά. Κι όμως, ο Μπομπ χαιρόταν όταν μια φορά το  μήνα έστελναν τα παιδιά στην Ανν, εκείνη πήγαινε στην ετήσια συγκέντρωση ανθοκομικής και γιόγκα, κι εκείνος έμενε μόνος στο μεγάλο σπίτι. Προχώρησε προς τη βεράντα, σταμάτησε να θαυμάσει την καινούρια πλάσμα, θυμήθηκε πόσο την είχε θελήσει η Λόρα και πόσο ανακούφισε λίγες από τις τύψεις του κάνοντάς της το χατήρι. Έδιωξε αμέσως τις κακές σκέψεις με μια νευρική κίνηση του χεριού του στον αέρα και βγήκε έξω. Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει πίσω από τις φοινικιές. «Γουστάρω», είπε δυνατά.


1 σχόλιο:

Ferdinand+Miranda είπε...

ου! πλάκα κάνεις! πολύ όμορφα μπου, τέλεια! αλήθεια! σε περιμένω..