Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Βίπερ Νόρα


Με έχει καταπιεί το νησί.

Κατά το Μη Μ’αφήσεις Ποτέ, του Ισιγκούρο Καζούο.
(υπενθυμίζω πως πρόκειται για άσκηση ύφους, μη-βαράς)


Ξεκίνησα να διηγούμαι αυτό το περιστατικό για να εξηγήσω πως εκείνο το βράδυ εγώ και η Μαγκρίτ καταλήξαμε να κάνουμε βόλτες στον κηπάκι της ακαδημίας. Πριν συνεχίσω όμως, είναι απαραίτητο να μιλήσω για το συμβάν της Τετάρτης, όταν έμαθα ποιός ήταν ο σκοπός της δήλωσης του Κυρίου Φιτς. Εκείνη τη μέρα μας ενημέρωσαν πως είχε αλλάξει το πρόγραμμα για την επόμενη εβδομάδα. Όπως και να΄χει, η ανακοίνωση έλεγε ότι από την Τετάρτη και μετά θα ήμασταν υποχρεωμένοι να φορούμε την επίσημη στολή μας καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας, ενώ ο Κύριος Φιτς μας προειδοποίησε πως όσοι Μαθητές δεν τηρούσαν τις οδηγίες, θα τους απαγορευόταν η είσοδος στην Θεατρική Παράσταση. Ο Κόουλ μούτρωσε και η Μαγκρίτ τον μιμήθηκε με εκείνο το ύφος που μ’έκανε να καταλάβω πως δεν υπήρχε λόγος να προσπαθήσω να επέμβω, γιατί το μόνο που θα κέρδιζα θα ήταν μια τσουχτερή ματιά από την φίλη μου.

Και μια που δεν υπάρχει κανείς να με παρεξηγήσει, θα γράψω και τη γνώμη μου.

Περίμενα πολλές σελίδες να διαβάσω μια «Ιστορία που συναρπάζει». Μετά  τη μέση το πήρα απόφαση, και αδημονούσα απλώς να καταλήξει κάπου. Κατέληξε φυσικά στις τελευταίες δέκα σελίδες, σε τίποτα δυστυχώς το σπουδαίο, με αποτέλεσμα κλείνοντας το να μείνω με μια βαθιά ενόχληση. Γιατί πέραν του ότι η ίδια η ιστορία είναι κουφή, δηλαδή η ίδια η πλοκή δεν στέκει και δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας σκοπός στο πώς και στο ότι ξετυλίγεται, ο μεσίε Καζούο αρνείται να πάρει απόφαση πως η διήγηση είναι γραμμική, και με τρελαίνει στα φλας μπακ και στις επεξηγήσεις, που όχι μόνο δεν επεξηγούν αλλά εντείνουν τον εκνευρισμό μου. Και εκεί που λες δεν βαριέσαι, σίγουρα η γραφή η ίδια, οι λέξεις, θα έχουν μια κάποια μαγνητική ιδιαιτερότητα, συνειδητοποιείς ότι αυτό που τελικά είναι το πλέον εξοργιστικό, είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα το ενδιαφέρον στον τρόπο που εκφράζεται. Είναι κάπως διεκπαιρεωτικός με μια νότα μυθιστορήματος, ατσούμπαλη μέχρι αηδίας η μετάφραση, και βεβιασμένες περιγραφές σαν να πρόκειται για σενάριο. Και τώρα που το λές, σκέφτομαι, voila!, γι’ αυτό πρέπει να έγινε και ταινία. Διότι είδα και την ταινία, μήπως και καταλάβω. Μάπα, τί να λέμε τώρα. Είχαν κόψει από το βιβλίο ό, τι διαφορετικό και κατάτι ζουμερό υπήρχε, αντί να του δώσουν έμφαση, και περιορίστηκαν σε ένα λαβ στόρυ, στο οποίο η Κίρα Νάιτλι παίζει την πανέμορφη (που είναι, αλλά πόσο πιά;), κάτι άλλοι βοηθητικοί ηθοποιοί δεν αφήνουν καμία εντύπωση και σίγουρα δεν δικαιολογούν τις ατάκες τους, και τέλος, από το κεντρικό πρόσωπο έχει αφαιρεθεί όλη η τραγικότητα και το πείσμα, και έχει μείνει να είναι μια σαφώς ασχημότερη με ένα σχεδόν χαμένο έρωτα.






Απλώς έχω πολύ καιρό να διαβάσω ένα όμορφο βιβλίο, να ενθουσιαστώ με μια ταινία. Μου καρφώθηκε στο κεφάλι κι αυτός ο «Γιοντορόφσκι» που μου πες να δω. Σου είπα θα το ξεχάσω, κι εννοούσα θα σε (ξανά)ξεχάσω, αλλά μου τη φέρατε πάλι, κι εσύ κι ο Γιοντορόφσκι. Καμιά φορά, ξεχνάς πως δεν είσαι το κέντρο του κόσμου, πως η πραγματικότητα δεν παραμένει αναλλοίωτη όσο εσύ αρνείσαι ν’αλλάξεις, πως ίσως, ίσως, ενώ εσύ κινείσαι κινούνται κι οι άλλοι. Σ’αγαπώ- Κι εγώ σ’αγαπώ.
Δια τάυτα φυσικά δεν υπάρχει.
Η αγάπη και η ευτυχία μου πε η Ε. καμιά φορά δεν πάνε μαζί. Τί λες;

Δεν υπάρχουν σχόλια: