Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

παραθυράκι


Οι πλατωνικοί έρωτες αξιζουν γιατί είναι αυτοί που θα σου πουν τελικα να αφησεις ενα παραθυρακι ανοιχτο για τους αληθινους, παλιους και μη. Είναι έρωτες ακριβώς γιατί αντιλαμβάνονται το μέγεθος του συναισθήματος, συγχρονίζονται με ό, τι νιώθεις μεγάλο και σου αφήνουν χώρο, τον χωρο που παντα λείπει, στον οποίο μπορείς να είσαι θλιβερά ρομαντικός και ρομαντικά μελαγχολικός. Και είναι τελικά πλατωνικοί γιατί κανείς δε θέλει να σπάσει τη σφαίρα της αμοιβαίας κατανόησης πράττοντάς τους. Μερικοί άνθρωποι είναι ωραίο να αφήνονται αβίαστοι, αμόλυντοι πες.

Και πείθεσαι, ανοιγεις το παραθυράκι, σ’εχει γλυκάνει ανόητε η πιθανότητα κι έχεις πεινάσει για μεγαλείο. Αλλά σημασία δεν έχουν αυτά, σημασία έχει εδώ, πως βάζεις και βγάζεις τους άλλους σαν φορέματα, ντύνεσαι τους ανθρώπους και για μέρες κυκλοφορείς φορώντας κάποιον, επειτα σου σκίζεται και μένεις σπίτι γιατί δεν έχεις τί να βάλεις. Από θεωρίες άλλο τίποτα βεβαίως.

Εγώ προσπαθώ να συμβιβαστώ με την πραγματικότητά μου. Πως δηλαδή η ευτυχία δεν είναι για όλους στην απλότητα. Για μερικούς- έφτασα να γνωρίζω κι άλλους- η πληρότητα έχει αξία μόνο όταν λείπει. Την νηνεμία την φοβάμαι τώρα, δεν έχω υπομονή να την εξετάσω. 

Κι αν κάτι μου λείπει πια, συνειδητά και τσουχτερά, είναι ο χώρος, να μαζεύομαι και να ξεσπάω, κάποιος να μ’αφήσει να κραυγάζω πως ο κόσμος έχει κι άλλο, πέρα από τα βιβλία μου, τα σπίτια και τα λειψά λεφτα, κι ας τα λέω αυτά επειδή φοβάμαι, κάποιον να είναι το ακροατηριό μου για να φτύνω βρισιές, να συμφωνήσει πως δε μας γαμείς, μπορείς όλα μια ωραία Τρίτη να τα χέσεις, και να πας ακόμη πιο μακριά, εκεί που η πραγματικότητα μεσα κι έξω δύναται να είναι άλλη, να τσιρίζω από τον Τσιτσάνη στην ηλεκτρονική και ξαφνικά οι λέξεις να έχουν βαρύτητα, σε όλες τις γλωσσες και σε καμία. Ύψος και βάθος, θ'ακούσω τον Άμλετ της Σελήνης και θα σείεται ο μικρόσκοσμός μου.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Ηλίας Πετρόπουλος



Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου
και τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της,
ή καθόλου.

Έρχεσαι πάντα
μαζί με το μουνί σου.

Ο σημερινός ερωτισμός
της φαίνεται κοινότυπος.
Εξίσου μπανάλ είναι ο Παρθενών.

Μουνί, εσύ, σκοτεινό,
Μουνί κλειστό, Μουνί σιωπηλό,
Μουνί που δεν μου χαμογελάς πια,
Μουνί στεγνό και Μουνί θυμωμένο,
κάνω υπομονή, δείχνω επιμονή,
περιμένοντας να ραγίσεις άλλη μια φορά
και να ξαναγίνεις το Μουνί που ξέρω
-το Μουνί της Συμφιλίωσης
με τον εαυτό μου.


(Το διάβασα λαθραία σ'ενα μέρος που δε θα πρεπε να βρίσκομαι, και τόσο μου άρεσε που αυτοπροδίδομαι)

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Κάτω στα νερά του Πορτπεγκάσου βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή


Φαντάσου ένα πολύ κινηματογραφικό χωροχρόνο κι αφαίρεσε μια δυό πινελιές για να καταλήξεις στην πραγματικότητα, όπως θα την αντιλαμβανόταν κάποιος που δεν είναι εγώ. Γιατί εάν την δω όπως πραγματικά είναι δε θα μ’αρέσει.

Είναι κι εδώ Κυριακή, Zondag σ’αυτό το πράγμα που αποκαλούν γλώσσα. Νομίζω ότι η συναισθηματική νοημοσύνη ενός λαού συναρτάται με τη γλώσσα του. Τέλος πάντων, είναι Κυριακή, ξύπνησα αργά κι απολαυστικά, ακούω κάτι με σαξόφωνο, πίνω νες, η βροχή ακούγεται σαν σκηνοθετική παρέμβαση στο ταβάνι μου, το φως που μπαίνει θυμίζει Παρασκευή απόγευμα στου Φιλοππάππου, τραβάω το χρόνο από τ’αυτιά.

Θα θελα να πιάσω κουβέντα με κάποιον, να μαι για καφέ μια βροχερή Αθηναική μέρα, κάποιος να μου μιλάει ενώ εγώ θα ξεφυλίζω μια εφημερίδα, τάχα μου πως μεγάλωσα, και θα γνέφω πίσω απ’ τον καφέ μου.

Αντ’αυτού χασμουριέμαι επιδεικτικά, τρίβω τα μάτια μου, χέστηκες θα μου πεις, και θα σου πω έχω τόσο καιρό να γράψω που δεν ξέρω πως.