Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

petite improvisation


Αν το γράψιμο είναι ένας τρόπος να κοινωνήσει κανείς ένα συναίσθημα, μια ιδέα μάλλον καταπιεσμένη, τότε πρόβλημα δεν υπάρχει. Αν είναι όμως απλά, και μόνο, μεσο έκφρασης, αποτρεπτικό ορίων που δε κάμπτονται άλλο, τότε σίγουρα τουτο δω είναι ο λάθος τρόπος. Δεν γνωρίζω. Οφείλει κανείς να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, το λέω και το ξαναλέω για να το νιώσω. Στο τί έχει και στο τί θέλει. Δύσκολο όμως, δεν βλέπεις πάντα, είσαι καμιά φορά επιλεκτικά τυφλός, κουφός, κουρασμένος.

Άνοιξα το παράθυρο, ψαρίλα έτσουξε τη μύτη μου από τα παράθυρα των διπλανών, από τη λαική κάτω. Ότι ξύπνησα και σήμερα, παρά τις αντιστάσεις μου. Ότι υπάρχει πλάνο για σήμερα, θα είμαι παραγωγική. Να υπήρχε ένα διάλλειμα από όλα, ένα μικρό μικρούλι κενό ανάμεσα στο τώρα και στο μη τώρα, μια στιγμη ηρεμίας, απλότητας, μια στιγμή που να μην περιμένω τίποτα, να μην πρέπει να σύρω τα βήματά μου από τον καναπέ στο γραφείο, να μην ανοιγοκλείνω τίποτα από ελπίδα ελπίδας. Η έστω, ας ήταν το μή τώρα κάποιου είδους μέλλον.

Η Χάγη ήταν πάλι μαγική. Το Λάιντεν θαύμα. Είναι ιντριγκαριστικό να βλέπεις την πόλη μέσα απ’ τα μάτια ενός επισκέπτη- εδώ είμεθα πλέον μόνιμοι. Να κοίτα εκείνο το μπαλκόνι, κοίτα πως πέφτει το φως από τα φανάρια πάνω στο κανάλι, δεν είναι πολύ όμορφα; Όσο πιο πολύ αγαπάς κάποιον τόσο πιο όμορφη είναι η πόλη. Πάει κι ο επισκέπτης, πάει κι ο μόνιμος, κύκλοι κύκλοι.

Ίσως αυτό να είναι  ενηλικίωση. Να καταφέρνει κανείς να μασάει αυτά που πέφτουν απ’ τα δέντρα, να δέχεται τα κακά και τα καλά, όχι με συγκατάβαση, αλλά με συναίσθηση του ότι τα πάντα διαδέχονται το ενα το άλλο, και η μοναχικότητα είναι μια θέση, όχι μια κατάσταση, είναι μια επιλογή, ούτε τρόπαιο ούτε κακό της μοίρας. Ότι στέκεται κανείς στα πόδια του, όχι ανέλπιδος και θυμωμένος, ούτε από ανάγκη, απλώς επειδή έτσι έγινε η μοιρασιά σ’ αυτό το γύρο. Και στην μοναχικότητα δεν εννοώ την μοναξιά ή την έλλειψη, ανάθεμά με κι αν ξέρω τι εννοώ. Τα πλήκτρα μου κάνουν κρίτσι κρίτσι, τα κόκκαλά μου κάνουν κρίτσι κρίτσι- μεγαλώνω, που λέει κι ο Ιωαννίδης ξεχασμένος, για φαντάσου, σε κάποια μνήμη. Κεφάλι γεμάτο χρυσό, κεφάλι γεμάτο κουκούτσια, όλοι κάπως το λένε. Τα πλήκτρα μου κάνουν ήχους ενώ γράφω ένας θεός ξέρει τι, πάντως γράφοντας ηρεμώ, ξεκινάω φορτισμένη και λέξη λέξη κάτι γίνεται. Ακούγεται στο μπακράουντ και καμιά μουσική, ακούγεται η από πάνω που τηγανίζει αυγά ή απλώνει σοκολάτα στο ψωμί της.

Σταματάω γιατί αυτό είναι άλλο ένα γαμημένο ημερολογιακό ποστ, άλλη μια απόδειξη ότι γραφω πίπες και εισπράττω θετικά σχόλια, να μένουν τα γραπτά για να μην ξεχνάω ότι όπως κι εδώ, έτσι παντού, δεν υπάρχει αρχή μεση και τέλος, μόνο λόγια.



Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

D' amore e d' anarchia (1973)








υπάρχουν πράγματα που πραγματικά δεν μπορείς να τα χειριστείς, κι  ο έρωτας ίσως δεν είναι ένα απ' αυτά.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Dicht op de muur [Poetry on the wall]


Εχω ξεμείνει με κατι χαρτάκια ποιότητα Α4- μασκότ τα λεγόμενα.


101 ποιήματα στους τοίχους του Leiden. Σήμερα κάναμε μια ωραία βόλτα στα προάστια, μπουλντόγκς και διασκεδαστικά παράταιρες κουβέντες, ζεστή οικειότητα και και στη διαδρομή αναρωτήθηκα που πάω- να ανήκεις.

Φτάσαμε. Πορτοκαλίζοντα φύλλα, απογευματινές ρανίδες ήλιου ανάμεσα στα κλαδιά, υγρό χορτάρι στα ανοιξιάτικα παππούτσια μου. Ξανθά αγόρια σε ελαστικά τραμπολίνα και ξανθά κορίτσια με πλεγμένα μαλλιά σε ροζ ποδήλατα, μεσήλικες γυναίκες με χαρτοφύλακες- γεια σου γεια σου, πελαργοί πάνω στις κουπαστές, τα κανάλια και τα βαρκάκια να στραφταλίζουν όσο πρέπει. Ειδυλλιακά, παραμυθένια, φτιαγμένα από φεγγαρόπετρα και σχεδιασμένα με διαβήτη.

Τρόμαξα λίγο. 

Κι έπειτα στο ωραίον πάρκο, ωραίον τόσο που δεν χωραει αμφιβολία, παππάκια και σκυλιά χαρούμενα και τακτικά όσο και οι ιδιοκτήτες τους- για δες. Κατάτι σουρεάλ, δυό ρουφιξιές σοκολάτα, μια ηρεμία αδιαπραγμάτευτη να απλώνεται πέρα από την πραγματικότητα όμορφη.

101 ποιήματα λέει, ένα πρότζεκτ που ξεκινησε το 199κάτι, και τελειωσε το 2005. Ψέματα γιατί μια μέρα που πήγαινα στη στη σχολη είδα πάνω σε μια σκάλα έναν κύριο να καλλιγραφεί ένα Ιταλικό στον μεγάλο άσπρο τοίχο. Στην επιστροφή είχε τελειώσει. Θαμπώθηκα, παρολίγον ατύχημα, ρόδες και κόκκινοι σκελετοί, θα μας έτρωγαν οι Ιταλοί.


Έψαξα και βρήκα το ποίημα νούμερο 96, που το είχα δει πάλι καθοδόν και με έτρωγε που δε θυμόμουν που. Έτσι, μήπως και δεν είναι τόσο πολίτικαλι κορέκτ πάντα.

                                                                       

John James,14
Refused to serve his conscience up
to indict an innocent man
handcuffed to chair; they tacked his penis
to the table
with a six inch nail
and left him there
to drip
to death
3 days later
Risking death; an act insignificant
in the face of this child’s courage
we sang:
Oje wai wai,
Moje oje wai, wai.
Incensed                  
they went
on a
killing rampage
guns
knives
truncheons
even canisters of tear-gas,
fired close up or
directly into mouths, will
take the back
of
your head off
and many men
died singing,
that night.
Notes caught,
surprised,
suspended
as blows bloodied mouths
clotting into silence.