Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

my sweet girl



"...Ask yourself my love whether you are not very cruel to have so entrammelled me, so destroyed my freedom.  Will you confess this in the Letter you must write immediately and do all you can to console me in it- make it rich as a draught of poppies to intoxicate me- write the softest words and kiss them that I may at least touch my lips where yours have been. For myself I know not how to express my devotion to so fair a form: I want a brighter word than bright, a fairer word than fair. (...) Do write immediately. There is no Post from this Place, so you must address Post Office, Newport, Isle of Wight. I know before night I shall curse myself for having sent you so cold a Letter; yet it is better to do it as much in my senses as possible. Be as kind as the distance will permit.

J. Keats"


Πάει κι η Κάρολ, πίσω στα Νορβηγικά Φιόρδ. Μου άφησε ένα John Keats, So Bright and Delicate, Love Letters and Poems of John Keats to Fanny Brawne, κι ένα σημείωμα,"You are a sweetheart".




Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο ταχυδρόμος και το ποντίκι



Αυτό το σπίτι, το πάντα προσωρινό, συνάδει αναπάντεχα ευχάριστα με την ατμόσφαιρα μέσα μου και γύρω μου. Αυτό το σπίτι καταρρέει, με ένα τρόπο σουρεάλ, με ένα ρυθμό που δεν επιτρέπει αντιμετώπιση σταθερή, με ένα στυλ αδυσώπητα τραγελαφικό. Κόβεται το ρεύμα, το νερό, χαλάει η κουζίνα, εργάτες πυρπολούν τους τοίχους και τα πατώματα, ποντίκια συμβιώνουν αρμονικά με φλεγόμενους ποδηλάτες. Το πρώτο εβρέθη μισοψημένο και αναδύον τρομερή μυρωδιά σε ένα από τα πάνω δωμάτια. Το δεύτερο ξεθάρρεψε σχεδόν μια βδομάδα μετά και εθεάθη να σουλατσάρει στο χωλ- με ανάγκασε να ανέβω πάνω στην τηλεόραση μπλαβιασμένη και ωρυόμενη σε ένα μίγμα από γλώσσες και φωνήεντα. Το ντους, απαστράπτον και ομοιάζον σκηνικό από σοφτκορ τσόντα κατά τα άλλα, άφησε να κιτρινίζοντα νερά του να λιμνάζουν στο ταβάνι μου, με αποτέλεσμα να υπερχειλίσουν και να τρέχουν ξεδιάντροπα από τη λάμπα μου. Ενάμιση κουβά και μια νύχτα στον καναπέ μετά, ο πρώην κατάδικος- ιδιοκτήτης έστειλε τους παρατρεχάμενους του προς διάσωσιν. Σήμερα εσύ θα είσαι υδραυλικός κι εσύ θα είσαι πλακάς, τους είπε.

Παρόλο που δεν έχω ακούσει μπούρδα τερατωδέστερη του «καμια δουλειά δεν ειναι ντροπή», αποφάσισα σε μια περίοδο πολλού στρες  να προσληφθώ ώς χριστουγεννιάτικος ταχυδρόμος. Τελικά, παρά την κλάψα και το κατεβασμένο μου κεφάλι, είναι μια μυθιστορηματικά γραφική δουλειά. Δυστυχώς ή ευτυχώς με απασχολεί μία μόνο ώρα τη μέρα, και είναι πλέον το χόμπι μου.

Η διαδρομή είναι συγκεκριμένη, αρνούμαι φυσικά να φορέσω αυτή την ανελέητα πορτοκαλί στολή αλλά φοράω τα ακουστικά μου. Κάνω τη βόλτα μου, περνάω από τα στόματα των τακτοποιημένων τους σπιτιών τα πιο λιλιπούτεια γράμματα που έχει δει ανθρώπου μάτι. Τόσο μικρά που είμαι πεπεισμένη πως χωράει μόνο κανένα γιορτινό σ’αγαπώ. Τα ρίχνω και περιμένω να ακουστεί το φράπ, πως έφτασαν στην άλλη μεριά της πόρτας. Καμιά φορά κοντοστέκομαι, προσποιούμαι πως θα βγει κάποιος παραλήπτης και θα μου πει, και γω σ’αγαπώ, και γω σ’αγαπώ, και εγώ σ’αγαπώ.

Χθές άνοιξε μια έκθεση σε ένα από τα κτήρια. Κοίταξα αυτόματα δεξιά κι αριστερά μου, να το πω σ’ενα φίλο, να μπούμε παρέα, αλλά είπαμε, είναι μια δουλειά μοναχική. Άφησα τα γράμματα, το ποδήλατο και το ψιλόβροχο και μπήκα να δω. Ήταν όμορφα πολύ. Ο κύριος Fer Hakkaart, που ήταν κι όλας παρών, είχε δύο δωματιάκια γεμάτα λάδια, χαρακτικά κι ακουαρέλες. Μου άρεσαν πιο πολύ από ό,τι περίμενα. Έμοιαζαν με Botero, ή με Toulouse Lautrec, η με Max Ernst, αλλά δεν πειράζει γιατί είχαν μια δικιά τους ένταση ξεχωριστή. Το επισημαίνω γιατί μου έκανε εντύπωση.  Ακόμα κι αυτα που δε μου άρεσαν εξέπεμπαν ένα πολύ έντονο συναίσθημα. Σεξ, γειρατειά, σεξ και γειρατειά, σεξ και γειρατειά και πόθος, γειρατειά και θέλω, θέλω και θάνατος- μου δημιούργησαν έναν αναβρασμό. Προσπάθησα να του μιλήσω του κυρίου Fer μα δεν ήταν πολύ προσηνής, ή ίσως εξεπλάγει απλά. Του είπα, όμορφα είναι, τα μεν πολύ διαφορετικά απο τα δε. Ίσως γιατί γερνάτε πια κάθε μέρα, ίσως γι’αυτό τα πιο πρόσφατα είναι τόσο γεμάτα χρώματα, ήθελα να του πω. Aλλλά δεν ήταν πρέπον.












Μισή ακόμη ώρα μετά ήμουν στη βιβλιοθήκη, μπας και βγάλω άκρη με τις στατιστικές και τα νούμερα και τις μεταβλητές και τους νευρουποδοχείς διπολικών ασθενών, κι αρκετά αργότερα πίναμε κοριτσοπαρέα κρασί φτηνό που δε σε μεθάει, ανάθεμα, και μιλάγαμε για αποτριχώσεις, δουλειές και ταξίδια.  



Κλαυσίγελος

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Θέλεις, θέλω πάντα.



Φοράω στα μαλλιά μια κόκκινη κορδέλα από σοκολάτα Leonidas που μου φέραν δώρο, ακούω Verlaine μελοποιημένο και μ’ αρέσει.

Διάβαζα τις προάλλες ένα άρθρο του Καμπουράκη στο protagon.gr, το Θα πάω στο χωριό μου, που ας πούμε πως μιλούσε για τα θέλω. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι είναι της εποχής πταίσμα που δεν επιτρέπει πραγματοποιήσιμα όνειρα, οπότε όσο κι αν αιθεροβατεί κανείς θα καταλήξει με μια λιγότερο ή περισσότερο μετριοπαθή καθημερινότητα. Η δέυτερη ήταν ότι ξέρω κόσμο πολύ και προηγούμενων γεννεών, που είχαν το ίδιο παράπονο από την εποχή τους, πως δηλαδή δεν άφηνε να ευδοκιμήσουν τα μεγάλα Θ -υποχρεώσεις, γονείς, παντρευτήκαμε, πάει- άρα ας μην τα ρίχνουμε όλα στη ρημάδα την εποχή (θυμήσου το Midnight In Paris- απογοητευτικό κατά τα άλλα). Κι έπειτα σκέφτηκα τα δικά μου όνειρα, που τους κάνω τη χάρη να τα βάλω σ’αυτή την κατηγορία μόνο εάν είναι  a priori μη πραγματοποιήσιμα. Πλάνα που αν το καλοσκεφτώ δεν θέλω να πραγματοποιήσω, όχι απλά δε θα μπορέσω, αλλά κινούνται παράλληλα με την πραγματική μου ζωή.

Το άρθρο του μεσιέ Καμπουράκη δεν ήτο κανένα αριστούργημα αλλά μιλούσε για Αυτόν που για να γλιτώσει από τη μάστιγα του νομίσματος «θα παει να μείνει στο χωριό του». Ενώ στην πραγματικότητα ένας ιδιωτικός υπάλληλος μεγαλωμένος στην Αθήνα, το τελευταίο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να γυρίσει πίσω και να παλεύει με τις κατσίκες και τα μαρούλια.

Εν παση περιπτώση, σκεφτόμουν πως τα θέλω είναι συνήθως δικλίδα ασφαλείας- ένας τρόπος να καταπίνει κανείς την κάθε μέρα μέχρι να. Και το μέχρι να δεν έρχεται, αλλά πρέπει να υπάρχει σαν έννοια, δεν πρέπει; Αλλιώς τί νόημα έχουν όλα; Όπως έλεγε καλός φίλος πως ο δυτικός κόσμος χτίζει τη ζωή του πάνω στο τίποτα- αγοράζεις κι αγοράζεις, υποκρίνεσαι πως αυτό είναι το μέσο για τον τελικό σκοπό σου, αλλά σκοπός δεν υπάρχει, μόνο μέσο. Αφήνοντας έξω την κουβέντα περι καπιταλισμού, έκπτωσης των ηθικών αρχών και τα τοιάυτα, το ζουμί είναι πως  ενώ θαρρείς πως όλος αυτός ο καθημερινός κόπος, όπου κι αν τον καταθέτεις, ακόμη κι ο κόπος που χρειάζεται για να επιβιώνει κανείς άεργος, αποσκοπεί στην επίτευξη του ονείρου, στη δημιουργία αυτού που ονομάζει κανείς μέλλον, επί της ουσίας ο σκοπός, το μέλλον αυτό, δεν υπάρχει και δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Η μία εξήγηση είναι το ανακουφιστικό, όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα ο Θεός γελάει. Και η άλλη είναι ότι το πραγματικό θέλω, επειδή ακριβώς είναι θρησκεία, είναι θεότητα από μόνο του, είναι αυθυπαρκτος τρόπος ζωής, είναι και απλησίαστο σ' αυτό που ονομάζουμε καθημερινότητα. Μην το κατατάξεις στις νιου έιτζ παπαριές περί της δύναμης του τώρα και δε συμμαζεύεται. Πρόσεξε.

Τα θέλω μας είναι στην πλειοψηφία τους εξ ορισμού καταδικασμένα. Γιατί τα επιλέγουμε έτσι ωστε να είναι μη πραγματοποιήσιμα. Μη πραγματοποιήσιμο δεν υπάρχει όμως, υπάρχει μόνο πραγματική δύναμη του θέλω ή όχι. Άρα ο σκοπός που επιτελούν αυτά τα επίπλαστα Θ, είναι να συνεχίζουν την ψευδαίσθηση ότι το μέσο έχει τέλος, ότι ο κόπος έχει νόημα, ότι θα έρθει ο καιρός που. Γιατί διαφορετικά, ποιός μπορεί να επιβιώσει στο σούπερ μάρκετ, στις παμπ, στη χαρά των ναρκωτικων, στις δουλειές; Χωρίς να εθελοτυφλείς καμωμενος πως υπάρχει Τέλος, ο καιρός δεν περνάει.

Κι όλα αυτά, γιατί το Θέλω, αυτο το πραγματικό, που πηγάζει από μέσα σου, έξω από ηθικούς κανόνες, έξω από δεσμούς, έξω από οικονομικές δυνατότητες και την απουσία τους, έξω από λογική, είναι κάτι που μαθαίνεις να το αγνοείς, μαθαίνεις να το τακτοποιείς σε κουτάκια, να το ονομάζεις ορμές, ένστικτα, παρορμήσεις. Ενώ είναι τοσο απλό. Να κάνεις αυτό που θέλεις, όσο πιο πιστά, ή μάλλον απόλυτα πιστά, μην μετρώντας τίποτα.

Τεράστια επιχειρηματολογία που φοβούμαι πως αν ξαναδιαβάσω δε θα βγάζει νόημα, λαμπάκι που άναψε όταν διάβασα τουτονά http://tim.maroney.org/CrowleyIntro/Do_What_Thou_Wilt.html

Κατά τα άλλα μαγική φωνή η Ute Lemper, μου φυγε ένας πόντος από το καλσόν.