Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Θέλεις, θέλω πάντα.



Φοράω στα μαλλιά μια κόκκινη κορδέλα από σοκολάτα Leonidas που μου φέραν δώρο, ακούω Verlaine μελοποιημένο και μ’ αρέσει.

Διάβαζα τις προάλλες ένα άρθρο του Καμπουράκη στο protagon.gr, το Θα πάω στο χωριό μου, που ας πούμε πως μιλούσε για τα θέλω. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι είναι της εποχής πταίσμα που δεν επιτρέπει πραγματοποιήσιμα όνειρα, οπότε όσο κι αν αιθεροβατεί κανείς θα καταλήξει με μια λιγότερο ή περισσότερο μετριοπαθή καθημερινότητα. Η δέυτερη ήταν ότι ξέρω κόσμο πολύ και προηγούμενων γεννεών, που είχαν το ίδιο παράπονο από την εποχή τους, πως δηλαδή δεν άφηνε να ευδοκιμήσουν τα μεγάλα Θ -υποχρεώσεις, γονείς, παντρευτήκαμε, πάει- άρα ας μην τα ρίχνουμε όλα στη ρημάδα την εποχή (θυμήσου το Midnight In Paris- απογοητευτικό κατά τα άλλα). Κι έπειτα σκέφτηκα τα δικά μου όνειρα, που τους κάνω τη χάρη να τα βάλω σ’αυτή την κατηγορία μόνο εάν είναι  a priori μη πραγματοποιήσιμα. Πλάνα που αν το καλοσκεφτώ δεν θέλω να πραγματοποιήσω, όχι απλά δε θα μπορέσω, αλλά κινούνται παράλληλα με την πραγματική μου ζωή.

Το άρθρο του μεσιέ Καμπουράκη δεν ήτο κανένα αριστούργημα αλλά μιλούσε για Αυτόν που για να γλιτώσει από τη μάστιγα του νομίσματος «θα παει να μείνει στο χωριό του». Ενώ στην πραγματικότητα ένας ιδιωτικός υπάλληλος μεγαλωμένος στην Αθήνα, το τελευταίο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να γυρίσει πίσω και να παλεύει με τις κατσίκες και τα μαρούλια.

Εν παση περιπτώση, σκεφτόμουν πως τα θέλω είναι συνήθως δικλίδα ασφαλείας- ένας τρόπος να καταπίνει κανείς την κάθε μέρα μέχρι να. Και το μέχρι να δεν έρχεται, αλλά πρέπει να υπάρχει σαν έννοια, δεν πρέπει; Αλλιώς τί νόημα έχουν όλα; Όπως έλεγε καλός φίλος πως ο δυτικός κόσμος χτίζει τη ζωή του πάνω στο τίποτα- αγοράζεις κι αγοράζεις, υποκρίνεσαι πως αυτό είναι το μέσο για τον τελικό σκοπό σου, αλλά σκοπός δεν υπάρχει, μόνο μέσο. Αφήνοντας έξω την κουβέντα περι καπιταλισμού, έκπτωσης των ηθικών αρχών και τα τοιάυτα, το ζουμί είναι πως  ενώ θαρρείς πως όλος αυτός ο καθημερινός κόπος, όπου κι αν τον καταθέτεις, ακόμη κι ο κόπος που χρειάζεται για να επιβιώνει κανείς άεργος, αποσκοπεί στην επίτευξη του ονείρου, στη δημιουργία αυτού που ονομάζει κανείς μέλλον, επί της ουσίας ο σκοπός, το μέλλον αυτό, δεν υπάρχει και δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Η μία εξήγηση είναι το ανακουφιστικό, όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα ο Θεός γελάει. Και η άλλη είναι ότι το πραγματικό θέλω, επειδή ακριβώς είναι θρησκεία, είναι θεότητα από μόνο του, είναι αυθυπαρκτος τρόπος ζωής, είναι και απλησίαστο σ' αυτό που ονομάζουμε καθημερινότητα. Μην το κατατάξεις στις νιου έιτζ παπαριές περί της δύναμης του τώρα και δε συμμαζεύεται. Πρόσεξε.

Τα θέλω μας είναι στην πλειοψηφία τους εξ ορισμού καταδικασμένα. Γιατί τα επιλέγουμε έτσι ωστε να είναι μη πραγματοποιήσιμα. Μη πραγματοποιήσιμο δεν υπάρχει όμως, υπάρχει μόνο πραγματική δύναμη του θέλω ή όχι. Άρα ο σκοπός που επιτελούν αυτά τα επίπλαστα Θ, είναι να συνεχίζουν την ψευδαίσθηση ότι το μέσο έχει τέλος, ότι ο κόπος έχει νόημα, ότι θα έρθει ο καιρός που. Γιατί διαφορετικά, ποιός μπορεί να επιβιώσει στο σούπερ μάρκετ, στις παμπ, στη χαρά των ναρκωτικων, στις δουλειές; Χωρίς να εθελοτυφλείς καμωμενος πως υπάρχει Τέλος, ο καιρός δεν περνάει.

Κι όλα αυτά, γιατί το Θέλω, αυτο το πραγματικό, που πηγάζει από μέσα σου, έξω από ηθικούς κανόνες, έξω από δεσμούς, έξω από οικονομικές δυνατότητες και την απουσία τους, έξω από λογική, είναι κάτι που μαθαίνεις να το αγνοείς, μαθαίνεις να το τακτοποιείς σε κουτάκια, να το ονομάζεις ορμές, ένστικτα, παρορμήσεις. Ενώ είναι τοσο απλό. Να κάνεις αυτό που θέλεις, όσο πιο πιστά, ή μάλλον απόλυτα πιστά, μην μετρώντας τίποτα.

Τεράστια επιχειρηματολογία που φοβούμαι πως αν ξαναδιαβάσω δε θα βγάζει νόημα, λαμπάκι που άναψε όταν διάβασα τουτονά http://tim.maroney.org/CrowleyIntro/Do_What_Thou_Wilt.html

Κατά τα άλλα μαγική φωνή η Ute Lemper, μου φυγε ένας πόντος από το καλσόν.



2 σχόλια:

Takis X είπε...

ωραίον κειμενον ,αγαπητό Ροδακινο κι ας σας απογοητευσε ο Γούντυ..κατ`αλλα το χωριό κι η κατσίκα ας περιμενει..

Εχουμε ακομη ανοιχτούς λογαριασμούς στην πολή.Εμείς.Τα χλωμα παιδιά.

Ανώνυμος είπε...

Within the social constructionist strand of postmodernism, the concept of socially constructed reality stresses the on-going mass-building of worldviews by individuals in dialectical interaction with society at a time. The numerous realities so formed comprise, according to this view, the imagined worlds of human social existence and activity, gradually crystallised by habit into institutions propped up by language conventions, given ongoing legitimacy by mythology, religion and philosophy, maintained by therapies and socialization, and subjectively internalised by upbringing and education to become part of the identity of social citizens.