Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο ταχυδρόμος και το ποντίκι



Αυτό το σπίτι, το πάντα προσωρινό, συνάδει αναπάντεχα ευχάριστα με την ατμόσφαιρα μέσα μου και γύρω μου. Αυτό το σπίτι καταρρέει, με ένα τρόπο σουρεάλ, με ένα ρυθμό που δεν επιτρέπει αντιμετώπιση σταθερή, με ένα στυλ αδυσώπητα τραγελαφικό. Κόβεται το ρεύμα, το νερό, χαλάει η κουζίνα, εργάτες πυρπολούν τους τοίχους και τα πατώματα, ποντίκια συμβιώνουν αρμονικά με φλεγόμενους ποδηλάτες. Το πρώτο εβρέθη μισοψημένο και αναδύον τρομερή μυρωδιά σε ένα από τα πάνω δωμάτια. Το δεύτερο ξεθάρρεψε σχεδόν μια βδομάδα μετά και εθεάθη να σουλατσάρει στο χωλ- με ανάγκασε να ανέβω πάνω στην τηλεόραση μπλαβιασμένη και ωρυόμενη σε ένα μίγμα από γλώσσες και φωνήεντα. Το ντους, απαστράπτον και ομοιάζον σκηνικό από σοφτκορ τσόντα κατά τα άλλα, άφησε να κιτρινίζοντα νερά του να λιμνάζουν στο ταβάνι μου, με αποτέλεσμα να υπερχειλίσουν και να τρέχουν ξεδιάντροπα από τη λάμπα μου. Ενάμιση κουβά και μια νύχτα στον καναπέ μετά, ο πρώην κατάδικος- ιδιοκτήτης έστειλε τους παρατρεχάμενους του προς διάσωσιν. Σήμερα εσύ θα είσαι υδραυλικός κι εσύ θα είσαι πλακάς, τους είπε.

Παρόλο που δεν έχω ακούσει μπούρδα τερατωδέστερη του «καμια δουλειά δεν ειναι ντροπή», αποφάσισα σε μια περίοδο πολλού στρες  να προσληφθώ ώς χριστουγεννιάτικος ταχυδρόμος. Τελικά, παρά την κλάψα και το κατεβασμένο μου κεφάλι, είναι μια μυθιστορηματικά γραφική δουλειά. Δυστυχώς ή ευτυχώς με απασχολεί μία μόνο ώρα τη μέρα, και είναι πλέον το χόμπι μου.

Η διαδρομή είναι συγκεκριμένη, αρνούμαι φυσικά να φορέσω αυτή την ανελέητα πορτοκαλί στολή αλλά φοράω τα ακουστικά μου. Κάνω τη βόλτα μου, περνάω από τα στόματα των τακτοποιημένων τους σπιτιών τα πιο λιλιπούτεια γράμματα που έχει δει ανθρώπου μάτι. Τόσο μικρά που είμαι πεπεισμένη πως χωράει μόνο κανένα γιορτινό σ’αγαπώ. Τα ρίχνω και περιμένω να ακουστεί το φράπ, πως έφτασαν στην άλλη μεριά της πόρτας. Καμιά φορά κοντοστέκομαι, προσποιούμαι πως θα βγει κάποιος παραλήπτης και θα μου πει, και γω σ’αγαπώ, και γω σ’αγαπώ, και εγώ σ’αγαπώ.

Χθές άνοιξε μια έκθεση σε ένα από τα κτήρια. Κοίταξα αυτόματα δεξιά κι αριστερά μου, να το πω σ’ενα φίλο, να μπούμε παρέα, αλλά είπαμε, είναι μια δουλειά μοναχική. Άφησα τα γράμματα, το ποδήλατο και το ψιλόβροχο και μπήκα να δω. Ήταν όμορφα πολύ. Ο κύριος Fer Hakkaart, που ήταν κι όλας παρών, είχε δύο δωματιάκια γεμάτα λάδια, χαρακτικά κι ακουαρέλες. Μου άρεσαν πιο πολύ από ό,τι περίμενα. Έμοιαζαν με Botero, ή με Toulouse Lautrec, η με Max Ernst, αλλά δεν πειράζει γιατί είχαν μια δικιά τους ένταση ξεχωριστή. Το επισημαίνω γιατί μου έκανε εντύπωση.  Ακόμα κι αυτα που δε μου άρεσαν εξέπεμπαν ένα πολύ έντονο συναίσθημα. Σεξ, γειρατειά, σεξ και γειρατειά, σεξ και γειρατειά και πόθος, γειρατειά και θέλω, θέλω και θάνατος- μου δημιούργησαν έναν αναβρασμό. Προσπάθησα να του μιλήσω του κυρίου Fer μα δεν ήταν πολύ προσηνής, ή ίσως εξεπλάγει απλά. Του είπα, όμορφα είναι, τα μεν πολύ διαφορετικά απο τα δε. Ίσως γιατί γερνάτε πια κάθε μέρα, ίσως γι’αυτό τα πιο πρόσφατα είναι τόσο γεμάτα χρώματα, ήθελα να του πω. Aλλλά δεν ήταν πρέπον.












Μισή ακόμη ώρα μετά ήμουν στη βιβλιοθήκη, μπας και βγάλω άκρη με τις στατιστικές και τα νούμερα και τις μεταβλητές και τους νευρουποδοχείς διπολικών ασθενών, κι αρκετά αργότερα πίναμε κοριτσοπαρέα κρασί φτηνό που δε σε μεθάει, ανάθεμα, και μιλάγαμε για αποτριχώσεις, δουλειές και ταξίδια.  



Κλαυσίγελος

Δεν υπάρχουν σχόλια: