Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

ντεντ έντ


Τελευταία σιχαίνομαι το μπλογκ μου, και τούτο γιατί το χω παιδαριωδώς μοιράσει σε φίλους και μη φίλους και τάχα μου φίλους, κι έτσι όταν, όπως καλή ώρα τώρα, είμαι εγώ κι εγώ, ντρέπομαι να γράψω. Ντρέπομαι, κι αν σταματούσα να ντρέπομαι και να διστάζω όλα θα ταν αλλιώς. Αλλά αυτό σου κάνουν οι κακές μνήμες, σε κάνουν να αμφιβάλλεις για την πάρτη σου. Κι όμως αλλιώς δε γίνεται- εγώ τουλάχιστον πρέπει σταδιακά και με κόπο πάντα να ανακτώ τα πόδια μου.

Σήμερα χάρηκα τόσο που βγήκα. Άκουσα εκπληκτική τζάζ, θυμήθηκα γιατί μ’αρέσει εδώ, και κυρίως γιατί το εδώ μπορεί να είναι παντού, αρκεί το εγώ να είναι στέρεο. Μέχρι το τέλος της βραδυάς έφυγε το κραγιόν μου, κόκκινο κόκκινο γιατί πιέζομαι να μεγαλώσω. Ερωτέυτηκα ένα κοντραμπασίστα απλά γιατί έκανε έρωτα στη μουσική του κι είχε εκείνο το λάγνο χαμόγελο που το βλέπεις μόνο σε μουσικούς κι ερωτευμένους. Θυμήθηκα πως υπάρχει κάτι κι έξω από μένα, κι έξω από σένα, κι έξω από την εμμονή μου και την πνιγηρή μου αγάπη.

Η απελπισία μου είναι τόση καμιά φορά. Και αυτό που δεν ξέρω πως να μεταδώσω, είναι πως ξεκινάει από μένα και τελειώνει σε μένα, πως έχω πλήρη συνείδηση των επιλογών μου και είμαι πάραυτα εγκλωβισμένη σε έναν εαυτό που θέλει να ανήκει. Δυσκολα αντέχει κανείς την ιδιοκτησία. Αντέχεται πιο έυκολα η απώλεια γιατί είναι αναπόφευκτη- η ιδιοκτησία είναι επιλογή.



Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Τσαρούχης

τον ρωτάει ο δημοσιογράφος,

Η δικιά σας εξομολόγηση τι μορφή παίρνει;

«Είναι εξομολόγηση προς την αγάπη, προς τη ζωή την οποία η ζωή η ίδια μας υπαγορεύει. Κάθε συγκίνηση, κάθε μεταφυσική χαρά που ένιωσα από το θαύμα της ζωής και της δημιουργίας προσπαθώ να τις εκφράσω. Αλλά αυτό το πράγμα η κοινωνία ­ για να είναι πιο ήσυχη και κατά τη φαντασία της πιο προστατευμένη ­ το απαγορεύει. Τα πράγματα μας καλούν σε μια μέθη, σε έναν ενθουσιασμό και σε ένα παραλήρημα. Το να ελευθερώνεται κανείς από τους φόβους και να εκφράζει αυτό το παραλήρημα είναι νομίζω αυτό που ονομάζω εξομολόγηση του καλλιτέχνη. Και γενικώς να ενώνω τη ζωή μου με την παιδική μου ζωή, να μη χωρίζεται με ένα παραπέτασμα σιδερένιο η παιδική ζωή με τη ζωή του ενηλίκου».

Δεν ξέρω αν φταιεί η εναλλαγή άγχους με λάικ δερζ νόου τουμόροου ωχαδερφισμό που διέπει το απόγευμά μου- μου εντυπώθηκε η απάντησή του κι επιτέλους επιβεβαίωσα την αδιόρατή μου υποψία ότι, δε μπορεί, υπάρχει μια παγκόσμια ηθική που βασίζεται στο θέλω, μια αγάπη που δεν είναι αλτρουιστική, δεν είναι ρομαντική, δεν είναι χριστιανική, είναι αυτό που είναι αλλά είναι omnipresent. Χωρίς αυτό να σημαίνει απουσία κοινού νου, λογικής. Απλώς πως όλα υποκινούνται από τη δύναμη του θέλω (κι όχι απαραίτητα την υπερεκτιμημένη δύναμη του Τώρα), κι αυτό το θέλω διέπεται από μια ανάγκη να αγαπάς, την αισθητική, την αρμονία ή την παντελή της έλλειψη- αν βγάζω νόημα. Καί τί όμορφα: 


Στην παιδική σας ηλικία τι νομίζατε ότι θα γίνετε;

«Πολλά πράγματα. Ενα από τα κυριότερα ήταν να γίνω ακροβάτης γιατί μου άρεσε πολύ το ιπποδρόμιο και ό,τι έβλεπα στο ιπποδρόμιο εμιμούμην, βάζοντας σχοινιά μέσα στους δύο μεντεσέδες της πόρτας. Ηθελα να περπατώ επάνω σε ένα σχοινί, να κρεμιέμαι ανάποδα... Ενα άλλο επάγγελμα που μου άρεσε πάρα πολύ ήταν να γίνω δεσπότης, διότι μου άρεσε να τους βλέπω στις λιτανείες με τα χρυσά άμφια και τις μίτρες να παρελαύνουν. Αλλά ποτέ δεν σκέφθηκα ότι θα γίνω ζωγράφος. Ολο ζωγράφιζα από μικρό παιδί και έκανα και κατασκευές αρχιτεκτονικές ­ εσωτερικών χώρων ιδίως ­ έκανα κρεβατοκάμαρες, τραπεζαρίες και μου άρεσε πολύ το θέατρο... Αλλά ζωγραφική έκανα διότι το ζήτησαν οι άλλοι ­ είτε ήταν θεατές είτε ήταν έμποροι πινάκων. Νόμιζαν ότι έχω ταλέντο... ακόμη δεν το κατάλαβα αυτό!».

Ωραίος.

Η συνέντευξη εδώ.


  


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

κλικ


Είναι από αυτές τις μέρες τις αισιόδοξα απλές

Ξύπνησα κι ανέβηκα πάνω να κάνω καφεδίσκο- αντ’αυτού άρχισα να καθαρίζω μανιωδώς το μπάνιο, ξύπνησε η Κ. και με έπιασε επαυτοφόρω με το ρόζ γάντι, αναμαλιασμένη, και τον καφέ να γουργουρίζει στη καφετιέρα. Αστείο γιατί μισώ το καθάρισμα, και δη του μπάνιου πριν τον καφέ.  Έβαλε κι αυτη ένα χεράκι, γελάγαμε.

Πήγα χθες στην έκθεση του National Geographic, στο τσακ πριν κλείσει. Ανάσα, απόλαυση. Μικρούλα ήταν, αλλά έκατσα κανένα τριωράκι, είδα όλες τις φωτογραφίες, διάβασα όλες τις λεζάντες και τα κειμενάκια, συγκινηθηκα σε κανα δυό, και για το τέλος έκατσα κεντρικά στο μίνιμαλ παγκάκι, παρέα με μια πενταχρονη Ολλανδή παιδούλα, και είδαμε όλο το βίντεο, όλο. 

Σκεφτόμουν στην αρχή αυτό που μου λεγε φίλος, πως αν φωτογραφίζεις κάτι που είναι από μόνο του εξαιρετικό, ένα ηφαίστειο την ώρα που ξυπνάει, μια σπάνια λιβελούλα που πετάει να γλιτωσει από την καυτή λάβα και τέτοια, τότε και τη γιαγιά μου να βάλω να το τραβήξει με άιφον κατά πάσα πιθανότητα η φωτογραφία θα κάνει το γύρο του κόσμου και δύο χρόνια μετά θα σου ρχεται σε μαζικά μέιλ με τίτλο «μην αφήσεις τη ελπίδα να πεθάνει».

Πάραυτα. Με ενθουσίασαν τα πορτρέτα, τα χρώματα, ο τρόπος που οι φωτογραφίες ήταν τραβηγμένες. Είχα την άισθηση πως ήταν το τέλειο στιγμιότυπο μερικές, ότι το κλικ αυτο πραγματικά ήταν κομάτι της ιστορίας του θέματος. Και πέραν τούτου, η αίσθηση ότι υπάρχουν πράγματα εκεί έξω που δεν χωράνε τη φαντασία σου, άνθρωποι (χέσε τα πουλιά και τις φώκες- μονόκερους) που μιλάνε τα πρόσωπά τους, μιλανε τα μάτια τους, με ιστορία που είναι όχι απλά παράλληλη με τη δική σου αλλά αγνοείς την ύπαρξή της, αγνοείς ότι αυτό συμβαίνει παράλληλα με εσένα, παράλληλα με τον ήχο που κάνουν τα κορνφλέιξ σου την ώρα που τα βάζεις στο μπολ. Τρελάθηκα με τα πορτρέτα, και απελπίστηκα με την άγνοιά μου στιγμές στιγμές. 

Κι έτσι δεν έχω κέφι ούτε σήμερα να δουλέψω, ακούω ωραιότατο πιανάκι και πίνω ακόμη καφέ. Θα μου πεις ωραία, πολύ ανακάλυψη και σήμερα. Ναι αλλά. Δουλεύω το πλάνο, το δουλεύω. Θέλω, θέλω. Και το πρόβλημα δεν είναι τα λεφτα, τα λεφτά βρίσκονται όπως βρίσκονται όταν θέλεις να κάνεις μεταπτυχιακό ή ν’ανοίξεις σπιτικό. Το πρόβλημά μου είναι η απόσταση από την απόφαση στην εκτέλεση, το γαμημένο το αεροδρόμιο που θα με πεθάνει στο κλάμα την ώρα που θα φευγω, και η μοναξιά. Μόνη μου μόνη μου; Και τα κουνούπια, και οι βάλτοι, οι ψίλοι, ο φόβος; Όση ώρα τα γράφω έχω κυριολεκτικά τρομοκρατηθεί.

Μακάρι να πήγαιναν όλα μόνα τους, έτσι, να δρομολογούνται χωρίς «την απόφαση». Τεμπέλα.

Όπως και να χει. Aν είμαι κάποτε πίσω από το γραφείο μου, κι ακόμα πηγαίνω σε εκθέσεις του νάσιοναλ τζεογκράφικ, υπόσχομαι αν μη τί άλλο να το χω επιλέξει συνειδητά.

Του Steve McCurry (του ιδιου και το πασίγνωστο εξωφυλο με τα σμαραγδι μάτια της Αφγανής νεαρής) 




Εδώ βλέπουμε τη γιαγιά του κοριτσιού με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι (not)





 Και αυτές της Annie Griffiths, μάλλον είχε τις αγαπημένες μου αλλά δεν μπορούσα να τις κατεβάσω απ' το σαιτ της.




Jodi Cobb, μπορούσε να μιλαει για τα μάτια του πιτσιρικά με τις ώρες, μαγικό. Χάνουν γιατί επίσης δεν μπορούσα να τις κατεβάσω, η ποιότητα είναι χάλι μάυρο.






Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

πετάς;



Η μικρή μου αδερφή μεγαλώνει, της κάνω νάζια και μου ανταπαντά, «βλέπεις ότι προσπαθω να σου κρατήσω μούτρα και δε μπορώ, αυτό τί σου λέει;».
Μου λέει πως είμαι ακόμη στη φούσκα μου, που δεν είναι πια ροζ αλλά είναι φουσκα. Και πως μ’αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι εγω. Αν τη μετράς την πουτάνα τελικά. Σήμερα έφυγαν και

Σκεφτόμουν πόσο σιχαίνομαι τ’αεροδρόμια. Πάντα μου φαινόταν ασήκωτο που από ένα σημείο και μετά δεν επιτρέπεται να περάσεις, σε χωρίζουν πεντε μετρα από κάποιον πολύ δικό σου αλλά δεν είστε πια μαζί, δε μπορείς να μιλήσεις και δεν μπορείς να πάρεις αγκαλιά. Και ποτέ δεν είναι το ίδιο την επόμενη φορά.

Κοιτούσα τον κόσμο, μερικοί ήταν με ματακια πρησμένα, άλλοι γελαστοί, άλλοι κουρασμένοι. Είναι από τα λίγα μέρη που σε κάνουν να νιώθεις τόσο μυρμήγκι, τ’αεροδρόμια. Υπάρχουν τόσα μαζεμένα και ανείπωτα ρήματα που γίνεται πηχτή η ατμόσφαιρα. Κόβεις το χρόνο με το μαχαίρι. Δεν υπάρχουν όμορφοι και άσχημοι, μόνο ιστορίες. Οι μόνοι που πραγματικά ανήκουν εκεί είναι οι αεροσυνοδοί και οι πιλότοι. Αγέρωχοι κι ατάραχοι, αυτοί δε φέρνουν την ιστορία τους στ’ αεροδρόμιο, την αφήνουν σπίτι. Παππούδες με εγγόνια, γυναικες βαμμένες, έφηβοι με φωσφοριζέ κορδόνια. Πόσοι άνθρωποι κλαίνε; Εγώ δε θυμάμαι την τελευταία φορά που δεν έκλαψα. Ακόμη κι αν δε συμβαίνει τίποτα, πάντα τα σιχαίνομαι, πάντα ξέρω πως αφήνω κάτι πίσω ή κάτι αφήνει εμένα. Κι ας είναι σάπιο.

Από την άλλη, στο αεροδρόμιο έχει κανείς την ευκαιρία να πει την αληθεια. Είναι σαν παζάρι μεταμέλειας. Συγνώμη που σου φώναζα ή, πόσο θα θελα να μην είχα ξυπνησει αργά χθες, ή απλώς θα σε σκέφτομαι. Και τα ανάποδα, άσε με να φυγω, πνίγομαι, θέλω.

Όλη η ανθρώπινη δυστυχία ξεκινάει από  τις ανθρώπινες σχέσεις. Τόσο που όταν γνωρίζεις κάποιον είναι σαν να αγοράζεις αυγά χωρίς ημερομηνία λήξης. Και τα σιχαίνομαι τ’ αυγά.

Τα αεροδρόμια είναι σαν τον καινούριο χρόνο, μια ψευδαίσθηση ενός ορόσημου.