Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

κλικ


Είναι από αυτές τις μέρες τις αισιόδοξα απλές

Ξύπνησα κι ανέβηκα πάνω να κάνω καφεδίσκο- αντ’αυτού άρχισα να καθαρίζω μανιωδώς το μπάνιο, ξύπνησε η Κ. και με έπιασε επαυτοφόρω με το ρόζ γάντι, αναμαλιασμένη, και τον καφέ να γουργουρίζει στη καφετιέρα. Αστείο γιατί μισώ το καθάρισμα, και δη του μπάνιου πριν τον καφέ.  Έβαλε κι αυτη ένα χεράκι, γελάγαμε.

Πήγα χθες στην έκθεση του National Geographic, στο τσακ πριν κλείσει. Ανάσα, απόλαυση. Μικρούλα ήταν, αλλά έκατσα κανένα τριωράκι, είδα όλες τις φωτογραφίες, διάβασα όλες τις λεζάντες και τα κειμενάκια, συγκινηθηκα σε κανα δυό, και για το τέλος έκατσα κεντρικά στο μίνιμαλ παγκάκι, παρέα με μια πενταχρονη Ολλανδή παιδούλα, και είδαμε όλο το βίντεο, όλο. 

Σκεφτόμουν στην αρχή αυτό που μου λεγε φίλος, πως αν φωτογραφίζεις κάτι που είναι από μόνο του εξαιρετικό, ένα ηφαίστειο την ώρα που ξυπνάει, μια σπάνια λιβελούλα που πετάει να γλιτωσει από την καυτή λάβα και τέτοια, τότε και τη γιαγιά μου να βάλω να το τραβήξει με άιφον κατά πάσα πιθανότητα η φωτογραφία θα κάνει το γύρο του κόσμου και δύο χρόνια μετά θα σου ρχεται σε μαζικά μέιλ με τίτλο «μην αφήσεις τη ελπίδα να πεθάνει».

Πάραυτα. Με ενθουσίασαν τα πορτρέτα, τα χρώματα, ο τρόπος που οι φωτογραφίες ήταν τραβηγμένες. Είχα την άισθηση πως ήταν το τέλειο στιγμιότυπο μερικές, ότι το κλικ αυτο πραγματικά ήταν κομάτι της ιστορίας του θέματος. Και πέραν τούτου, η αίσθηση ότι υπάρχουν πράγματα εκεί έξω που δεν χωράνε τη φαντασία σου, άνθρωποι (χέσε τα πουλιά και τις φώκες- μονόκερους) που μιλάνε τα πρόσωπά τους, μιλανε τα μάτια τους, με ιστορία που είναι όχι απλά παράλληλη με τη δική σου αλλά αγνοείς την ύπαρξή της, αγνοείς ότι αυτό συμβαίνει παράλληλα με εσένα, παράλληλα με τον ήχο που κάνουν τα κορνφλέιξ σου την ώρα που τα βάζεις στο μπολ. Τρελάθηκα με τα πορτρέτα, και απελπίστηκα με την άγνοιά μου στιγμές στιγμές. 

Κι έτσι δεν έχω κέφι ούτε σήμερα να δουλέψω, ακούω ωραιότατο πιανάκι και πίνω ακόμη καφέ. Θα μου πεις ωραία, πολύ ανακάλυψη και σήμερα. Ναι αλλά. Δουλεύω το πλάνο, το δουλεύω. Θέλω, θέλω. Και το πρόβλημα δεν είναι τα λεφτα, τα λεφτά βρίσκονται όπως βρίσκονται όταν θέλεις να κάνεις μεταπτυχιακό ή ν’ανοίξεις σπιτικό. Το πρόβλημά μου είναι η απόσταση από την απόφαση στην εκτέλεση, το γαμημένο το αεροδρόμιο που θα με πεθάνει στο κλάμα την ώρα που θα φευγω, και η μοναξιά. Μόνη μου μόνη μου; Και τα κουνούπια, και οι βάλτοι, οι ψίλοι, ο φόβος; Όση ώρα τα γράφω έχω κυριολεκτικά τρομοκρατηθεί.

Μακάρι να πήγαιναν όλα μόνα τους, έτσι, να δρομολογούνται χωρίς «την απόφαση». Τεμπέλα.

Όπως και να χει. Aν είμαι κάποτε πίσω από το γραφείο μου, κι ακόμα πηγαίνω σε εκθέσεις του νάσιοναλ τζεογκράφικ, υπόσχομαι αν μη τί άλλο να το χω επιλέξει συνειδητά.

Του Steve McCurry (του ιδιου και το πασίγνωστο εξωφυλο με τα σμαραγδι μάτια της Αφγανής νεαρής) 




Εδώ βλέπουμε τη γιαγιά του κοριτσιού με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι (not)





 Και αυτές της Annie Griffiths, μάλλον είχε τις αγαπημένες μου αλλά δεν μπορούσα να τις κατεβάσω απ' το σαιτ της.




Jodi Cobb, μπορούσε να μιλαει για τα μάτια του πιτσιρικά με τις ώρες, μαγικό. Χάνουν γιατί επίσης δεν μπορούσα να τις κατεβάσω, η ποιότητα είναι χάλι μάυρο.






Δεν υπάρχουν σχόλια: