Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

O


Το ανολοκλήρωτο είναι κομματάκι βουβό σαν έννοια.  Διότι σε ρωτώ, αν το κομμάτι που λείπει δεν έλειπε, πως θα συναντούσε το μεγάλο Ο; Και τί ιστορία να γράψεις απλώς για ένα μεγάλο Ο; Δηλαδή το ίδιο το όλον δεν έχει δα και τόση μεγάλη αξία αμα δεν εναλλάσσεται τουλάχιστον, με το μη όλον. Η ολοκλήρωση απο μόνη της προυποθέτει την έλλειψη, και ώ τί δέος, έρχονται κάποτε και οι δύο, αναπόφευκτα.  Ένα το κρατούμενο. Κι ύστερα, τι θα γινόταν αν σταματούσα να εστιάζω σε όσα ρημάδια μου αφήνουν αυτή την απερίγραπτη αίσθηση μεταξύ έλλειψης και  υπερκορεσμού, και κατάφερνα (γιατί βλέπεις η προσπάθεια έχει πια χάσει την αίγλη της) να αισθανθώ, ή καλύτερα να αποτυπώσω στον κορμό μου σαν δενδρίλιο, αυτό ακριβως που συμβαίνει. Χωρίς τις προεκτάσεις του.

Επαναλαμβάνομαι αλλά δεν έχει σημασία, θα κάνω το ίδιο λάθος μέχρι να σταματήσω να το κάνω, ή μέχρι να αρχίσω να το απολαμβάνω.

Αγαπώ λοιπόν εμένα χωρίς κανένα, και είναι μαγικό. Αγαπώ αυτή την παντρεμένη πόλη όταν έχει ήλιο, γιατί δε σε παίρνει να τον αγνοήσεις. Αγαπώ αν όχι εκείνον, κομμάτια του κορμιού του και τον τρόπο που το τυλίγει γύρω μου. Αγαπώ τη διαδρομή Λάιντεν- Χάγη γιατί κρατάει όσο πρέπει- προλαβαίνεις να διαβάσεις περί τις πέντε σελίδες. Και γιατί πάντα θα μου κάνουν εντύπωση οι αγελάδες και  τα λιβάδια μεταξύ ουρανοξυστών, σαν ένα μανιφέστο της εξευρωπαισμένης τους χωριατίλας. Αγαπώ το κανάλι έξω απ’το σπίτι και τους γκόμενους με τα κολεγιακά φουτερ που πίνουν λευκό κρασί στα κυριλέ τους βαρκάκια ξεχειλίζοντας αγνό άρογκανς. Αγαπώ το σνομπισμό τους γιατί είναι προιόν πέρα για πέρα εγχώριο, σαν γαμοσταυρίδι σε αθηναική κίνηση. Αγαπώ το χόρτο γιατί μπορώ να το αγοράσω κι έτσι δεν το αγοράζω. Αγαπώ το τώρα παρά τη δυσοσμία του, γιατί ενυπάρχει ακόμα η δυνατότητα.

Αλλά. Η Αθήνα μου λείπει σαν μεγάλος έρωτας, θέλω τα κυλιστώ στα πεζοδρόμια της Πανεπιστημίου, να κατέβω την Ερμού αργά και βασανιστικά, να γλύψω τα κάγκελα ανεβαίνοντας προς Πλάκα, να αποκοιμηθώ στο μετρό, να μουσκέψω ανεβαίνοντας το Λυκαβηττό, και όταν θα μαι στην κορυφή να βάλω τα κλάματα γιατί δεν θέλω αλλα πρέπει.


4 σχόλια:

mathepeze είπε...

Πάσχεις από σύνδρομο υπερβολικής αντίληψης. Ασθένεια σπάνια και επικίνδυνη.

Δεν υπάρχει παρηγοριά στο παρελθόν. Δεν υπάρχει παρηγοριά στο μέλλον. Δεν ξέρω καν αν υπάρχει η παρηγοριά ως ιδέα. Η ιδέα του παρελθόντος είναι εξίσου άχρηστη με την ιδέα του μέλλοντος. Και τις δύο μπορεί να τις επικαλεστεί κανείς για το οτιδήποτε. Περισσότερη ομορφιά από όση υπάρχει στο τώρα, δεν πρόκειται να βρεις ποτέ. Ούτε χαρά ούτε λύπη, ούτε θαυμασμό αλλά ούτε και τελειότητα...

Ετσι κι εγώ, επαναλαμβάνομαι - σε τόνο ίδιο - δίχως να έχει σημασία, εως ότου σταματήσεις να κάνεις το ίδιο λάθος. Άρχισε να απολαμβάνεις, πάψε να εστιάζεις, λιώσε στο κλάμα και φυσικά... αγάπα. Αγάπα όσο μπορείς περισσότερα και περισσότερο!

Αγάπα και σβήσε τα πρέπει. Σβήσε τα, πριν εγκλωβιστείς πιο πολύ κι από τον William Buelow Gould, που ο δεσμοφύλακάς του τον πατούσε με την λασπωμένη μπότα στο πρόσωπο κι εκείνος την αγκάλιασε και την φίλησε... γιατί δεν του είχε απομείνει τίποτα άλλο ν' αγαπήσει!

Ευφάνταστος Ο τίτλος... θαυμάσια συνοδεία ο Django!

ΥΓ. Είχα σκεφτεί κάτι πολύ καλό, λιτό και αποφθεγματικό να σου γράψω, μα... πίνω, μεθώ, ξεχνώ... & λέω το παραπάνω.

marietta είπε...

"...san gamostavridi se athinaiki kinisi"

se agapw re rodakino
merci gia to post auto :*

ροδάκινο είπε...

Δεν απάντησα ποτέ στο σχόλιό σου, πράγμα αστείο γιατί το διάβασα και το ξαναδιάβασα κάμποσες φορές- με βοήθησε μέχρι να γίνει το κλικ. Το προσωρινό έστω αυτό κλίκ. Τέλος πάντων. Έχεις δίκιο, τόσο που άμα πίναμε καφέ θα κουνούσα το πόδι μου νευρικά. Όμως.
Ν'αγαπάς, να μ'αγαπάς ν'αγαπιέμαι, (για) να σ' αγαπώ. Μεγάλες κουβένεντες, κι εδώ κάνει ακόμη κρύο.

mathepeze είπε...

Εμένα με θρέφει ν’ αγαπώ & όχι ν’ αγαπιέμαι…