Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Λόλα να μία μούντζα


Τελικά με την κα Διβάνη έχω θέμα. Δεν την έφτασε η ανήκουστη φιλαυτία της, ο πομπώδης τρόπος με τον οποίο διακυρήττει το συγγραφικό της τάλαντο, και πάνω απ' όλα η πρωτοφανής έλλειψη αίσθησης ειρμού, σύνταξης και λογοτεχνικής ροής στα γραπτά της, αλλά βουαλά, με αποτελείωσε από την Άθενς Βόις:


 Το σπίτι αυτό με ανάγκασε να το ερωτευτώ κι ας είναι στο Μαρούσι (εμένα που μισούσα ανέκαθεν τα προάστια, βόρεια και νότια εξ αδιαιρέτως). Με ανάγκασε να το αγοράσω (κι ας ήμουν εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας). Με ανάγκασε να ζήσω εντός του δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια (κι ας άλλαζα μέχρι τότε σπίτι κάθε ενάμιση χρόνο. Στεριωμό δεν είχα!). Έχει φως, έχει αέρα, έχει θέα από ψηλά, έχει πουλιά που σε ξυπνάνε στις έξι η ώρα το πρωί στο διπλανό κήπο της κυρίας Πολυξένης. Είναι μια μικρογραφία του κόσμου, όπως τον ονειρευόμουνα από παιδί. Τα βιβλία σέρνονται παντού: στις βιβλιοθήκες, στα πατώματα, στο γραφείο, στις πολυθρόνες, δίπλα και κάτω από το κρεβάτι, στην τουαλέτα. Κάνουν στενή παρέα με τα ακόμα άγραφτα βιβλία που σέρνονται στο μυαλό μου. Το επίπλωσα όπως θα επίπλωνα τον εαυτό μου, αν ήταν ακίνητο: έριξα παντού πολύ χρώμα, για να θυμάται η ζωή μου να μένει πολύχρωμη. Η κρεβατοκάμαρα είναι πράσινη της χλόης με κόκκινες παπαρούνες, το χολ γαλαζοπράσινο του άκουα μαρίν, το γραφείο ροδί του ροδιού. Ένας φίλος μου το χαρακτήρισε παιδικό σταθμό για γιγάντια μωρά – αλλά γιγάντια μωρά δεν είμαστε κατά βάθος όλοι;


 Όλα τα έπιπλά του μου θυμίζουν κάτι, είναι, ας πούμε, το μέρος αντί του όλου: ένα φίλο που ήθελε να αράζει σε μια συγκεκριμένη βελούδινη πολυθρόνα, ένα πάρτι γενεθλίων που σακάτεψε το τραπεζάκι, μια παραμονή Πρωτοχρονιάς με ανταλλαγή δώρων, τα ταξίδια μου σ’ όλες τις γωνιές της Γης με την ορειβατική ομάδα. Δεν φαίνονται στη φωτογραφία, αλλά τα λαμπάκια των Χριστουγέννων δεν σβήνουν ποτέ στα δωμάτιά του (παράταση των εορτασμών, ξέρετε τώρα…). Όταν φεύγω δεν κλείνω τα φώτα και να με συγχωρέσουν οι οικολόγοι. Νομίζω ότι το σπίτι έχει τη δική του ζωή και δεν μπορώ να το ανάβω και να το σβήνω κατά βούληση. Δεν είναι ευγενικό, πώς να το κάνουμε; 

Στον πάγκο της κουζίνας, στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας, σε όλο το σπίτι, ακόμα και δίπλα στο τζάκι, φυτρώνουν λουλούδια – όχι κομμένα, πεθαμένα, ολοζώντανα λουλούδια με τις γλάστρες τους. Το γιασεμί στη βεράντα είναι ο προσωπικός μου αγγελιοφόρος της άνοιξης: μόλις σκάσει ένα καινούργιο χλωρό φυλλαράκι, ξέρω ότι ήρθε για να μείνει. Το καλύτερο; Όταν φεύγω το αφήνω πάντα με τις πόρτες ορθάνοιχτες. Δεν φοβάμαι τις διαρρήξεις. Κλεφτρόνια, σας προκαλώ! Αν μπουκάρετε, απλώς θα χάσετε το χρόνο σας. Δεν υπάρχουν κοσμήματα, δεν υπάρχουν συλλεκτικά κομμάτια, δεν υπάρχουν πορσελάνες λιμόζ. Κανένας δεν μπορεί να κλέψει τίποτα από αυτό το σπίτι, παρά μόνο τις αναμνήσεις μου. Το χειρότερο; Δεν ξέρω ακόμα πού θα βρω το μάστορα να μου το βάλει σε καρούλια, ώστε να το σύρω σιγά-σιγά προς το κέντρο της Αθήνας όπου τραβάει ο οργανισμός μου να ζήσω.

Άσε μας κουκλίτσα μου!!




 Κατά τα λοιπά είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω οτι η καριέρα μου στα Μπέργκερ Κινγκ έληξε (ένδοξα βεβαίως βεβαίως) και αναπνέουμε αλαφρότε- ρα.