Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

μό-μεντ


Αυτή η στιγμή θα χει περάσει μέχρι να τελειώσει η πρόταση, οπότε μάλλον θα πρεπε να χα γράψει μια πρόταση πιο μεγάλη. Έχει έναν ήλιο επιτέλους ζεστό, και καταλαβαίνω γιατί είναι το κέντρο τόσων θρησκειών ανά τους αιώνες- προσηλυτίστηκα. 

(Καλά, με φαντάζομαι στα πενήντα μου να τρέχω την Καθαρή δευτέρα στην ορθόδοξη ενορία του Λάιντεν με σπιτική λαγάνα σα τη νονά μου την Άρτεμη στο Αμέρικα. Quel horreur.)

Νομίζω επίσης ότι ο ορισμός του απαισιόδοξου ανθρώπου είναι πως απασχολεί το μυαλό του με ανύπαρκτα προβλήματα μέχρι να καταφέρει να τα αντικαταστήσει με πραγματικά. Και με ανησυχία διαπιστώνω ότι δε θα διέφερε και πολύ από έναν ορισμό της ενηλικίωσης!
Αν δε οι γαμημένες Ολλανδικές διαφημίσεις του γιουτούμπ σταματούσαν να παρεμβάλλονται ανάμεσα στις μουσικές μου επιλογές όλα θα ρέαν πιο ομαλά. Τι μπαναλιτέ, τί αισχρό μέσο για να απολαμβάνει κανείς μουσική. Μόνο τα ζουζούνια αξίζουν να παίζονται εκεί. Αλλά ενδίδω.
Έτσι ‘μαι γω, περιπετειώδης.


Αυτή τη στιγμή, κυρίως ακούω μουσική. Μου γεννήθηκε λοιπόν μια φοβερή, ακατέργαστη, αιχμηρή και ενστικτώδης επιθυμία ν’ακουσω το σ’αγαπώ γιατ’είσ’ωραία από τον Νταλάρα. Ναι, έτσι όπως το λέω. Και ενθυμήθην τον φίλο μου-κομήτη Η. από τον πλανήτη ρεντ, και μια μπύρα που είχαμε πιεί καπου σ’ενα πάρκο, καθισμένοι έτσι θρασείς σ’ενα παγκάκι. Το φοβερό είναι ότι αμέσως μετά είδαμε το τελευταίο τανγκό στο παρίσι σε θερινό σινεμά, και μετά οδηγήσαμε με ανοιχτά παράθυρα και Ζακ Μπρέλ- κι όμως θυμάμαι πιο έντονα το παγκάκι.
Και μετά άλλαξε το τραγούδι και ξαφνικά πετούσα χαρταετό με τον μπαμπά μου,
και μετά ξυπνούσα στην Ικαρία ιδρωμένη απ’τον Αύγουστο στη σκηνή μας.

Φοβερό;

Σε πραγματικό χρόνο είμαι κουκουλωμένη με το φλόυο πράσσινο πάπλωμα μας στον βυσσινί καναπέ μας, και κοιτάω το φυτό μας τη Σούζη, που φοράει ένα χρυσό καπέλο.